Η τέταρτη αναβολή στην υπόθεση της ψυχολόγου της ΕΛΑΣ, που σημειώθηκε σήμερα, δεν είναι μια τυπική δικαστική εξέλιξη.
Είναι μια εικόνα βαθιάς θεσμικής αποσύνθεσης, μια ακόμη πληγή στο ήδη τραυματισμένο αίσθημα δικαίου και μια πρόκληση απέναντι σε κάθε πολίτη που περιμένει από το κράτος να προστατεύει τους αδύναμους και να ελέγχει τους λειτουργούς του.
Η νέα δικάσιμος ορίστηκε για τις 21 Σεπτεμβρίου 2026, την ώρα που η υπόθεση σέρνεται επί μακρόν, με διαδοχικές αναβολές που ακυρώνουν στην πράξη την ανάγκη για άμεση και ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης. Και εδώ δεν μιλάμε για μια υπόθεση δευτερεύουσας σημασίας. Μιλάμε για μια υπόθεση, όπως έχει αποκαλύψει το Ereportaz και η δημοσιογραφική ομάδα του Πέτρου Κουσουλού, που άγγιξε τον πιο ευαίσθητο πυρήνα της οικογενειακής ζωής, με κατηγορίες γύρω από πλαστές βεβαιώσεις, χειραγώγηση ανηλίκων συνειδήσεων, αποξένωση παιδιών από τους πατέρες τους και καταγγελίες που χρησιμοποιήθηκαν ως όπλο μέσα σε σκληρές δικαστικές διαμάχες.
Όταν τέτοιες υποθέσεις δεν φτάνουν εγκαίρως στην ουσία τους, η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη. Παράγει αποτέλεσμα. Συντηρεί σκιές. Παγιώνει αδικίες. Και στο τέλος δίνει την εντύπωση ότι η διαδικασία λειτουργεί υπέρ εκείνου που καταφέρνει να την παρατείνει περισσότερο.
Η σημερινή, τέταρτη κατά σειρά, αναβολή έρχεται να προστεθεί σε μια αλληλουχία καθυστερήσεων που έχουν ήδη εξαντλήσει την κοινωνική ανοχή. Οι προηγούμενες αναβολές αποδόθηκαν σε αιτήματα συγκατηγορουμένων μητέρων, ενώ τώρα προβάλλονται ιατρικοί λόγοι από την πλευρά της βασικής κατηγορούμενης. Στο γράμμα του νόμου, κάθε αίτημα μπορεί να εξεταστεί. Στο πεδίο όμως της κοινής λογικής, το αποτέλεσμα είναι ένα: η υπόθεση δεν δικάζεται, η αλήθεια δεν κρίνεται, οι ευθύνες δεν αποδίδονται και ο χρόνος λειτουργεί ξανά ως ασπίδα. Αυτό ακριβώς είναι που σοκάρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Σε μια υπόθεση τόσο σοβαρή, το ελληνικό σύστημα δείχνει ανήμπορο να εγγυηθεί ότι η δίκη θα γίνει χωρίς αλλεπάλληλες εμπλοκές και μεταθέσεις.
Η κοινωνία παρακολουθεί μια υπόθεση που έχει προκαλέσει τεράστιο ηθικό, δικαστικό και υπηρεσιακό θόρυβο να μετατρέπεται σε μαραθώνιο αναβολών. Και όσο μεγαλώνει η λίστα των αναβολών, τόσο μικραίνει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ακόμη πιο εκρηκτικό είναι το υπηρεσιακό σκέλος. Η ψυχολόγος είχε τεθεί εκτός ενεργού υπηρεσίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ ταυτόχρονα εξελίχθηκε εσωτερικός έλεγχος στην ΕΛΑΣ. Πλέον, με την παρέλευση του κρίσιμου χρονικού ορίου της αργίας και με το πειθαρχικό να εκκρεμεί, διαμορφώνεται η εξοργιστική εικόνα μιας κρατικής μηχανής που κινδυνεύει να επιτρέψει την επιστροφή στην υπηρεσία μιας αξιωματικού η οποία τελεί υπό τόσο βαριά σκιά κατηγοριών, την ώρα που δεν έχει κλείσει ούτε το ποινικό ούτε το πειθαρχικό μέτωπο.
Αν αυτό δεν είναι θεσμικό σκάνδαλο, τότε τι είναι; Τι ακριβώς πρέπει να συμβεί για να κινηθούν τα αντανακλαστικά μιας Πολιτείας που διακηρύσσει ότι προστατεύει το παιδί, υπερασπίζεται την αλήθεια και τιμωρεί την κατάχρηση εξουσίας; Πώς είναι δυνατόν μια υπόθεση που έχει εκθέσει την Ελληνική Αστυνομία, έχει προκαλέσει δημόσιο αποτροπιασμό και έχει γεννήσει σοβαρά ερωτήματα για τη χρήση ψυχολογικών γνωματεύσεων σε δικαστικές διαμάχες, να συνεχίζει να σέρνεται δίχως ορατό τέλος; Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Δεν αφορά μόνο κάποιες αντιδικίες μεταξύ πρώην συζύγων. Αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο: αν μπορεί να στηθεί ένας μηχανισμός ηθικής εξόντωσης ενός γονέα μέσα από επιστημονικοφανείς βεβαιώσεις, αν μπορεί το παιδί να μετατραπεί σε εργαλείο δικαστικής στρατηγικής και αν μπορεί το ίδιο το κράτος να παρακολουθεί αυτή τη διαδικασία με ρυθμούς χελώνας.
Αφορά το αν η ψυχική υγεία, η επιστημονική ιδιότητα και η δημόσια θέση χρησιμοποιούνται ως εργαλεία επιρροής αντί ως εγγυήσεις ευθύνης. Γιατί στο τέλος της ημέρας, κάθε αναβολή σε μια τέτοια υπόθεση δεν είναι απλώς μια νέα ημερομηνία στο πινάκιο. Είναι ένας ακόμη μήνας όπου μένουν όρθιες οι σκιές. Είναι ένας ακόμη μήνας όπου οι καταγγελίες για ψευδείς βεβαιώσεις και στοχευμένη αποξένωση δεν κρίνονται στην ουσία τους. Είναι ένας ακόμη μήνας όπου όσοι λένε ότι καταστράφηκαν ως πατέρες, ως γονείς και ως άνθρωποι, βλέπουν το σύστημα να μη βιάζεται να ακούσει, να ελέγξει και να αποφανθεί.
Και μαζί με αυτούς, είναι και η κοινωνία που παρακολουθεί ένα επικίνδυνο μάθημα: ότι στην Ελλάδα του 2026, ακόμη και οι πιο σοβαρές υποθέσεις μπορούν να εξαντλούνται στη διαδικασία πριν καν φτάσουν στην ουσία. Ότι η αναβολή έχει καταντήσει σχεδόν παράλληλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Ότι η φθορά του χρόνου λειτουργεί συχνά σαν άτυπη αμνήστευση της δημόσιας αγανάκτησης. Την ίδια ώρα, το πειθαρχικό σκέλος παραμένει ανοιχτό με το ερώτημα της απόταξης να έχει τεθεί, όπως έχει γίνει γνωστό από στοιχεία της εσωτερικής διαδικασίας που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.
Αυτό από μόνο του αποκαλύπτει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Δεν πρόκειται για μια ελαφρά υπηρεσιακή παράβαση, αλλά για μια υπόθεση που έχει φτάσει να δοκιμάζει τα όρια αντοχής της ίδιας της διοικητικής και θεσμικής αξιοπιστίας της ΕΛΑΣ. Το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς είναι ταχύτητα, διαφάνεια και αποφασιστικότητα. Όχι άλλη διολίσθηση. Όχι άλλη ανοχή. Όχι άλλη διαδικαστική ομίχλη γύρω από μια υπόθεση που έχει τόσο βαριές συνέπειες για τους εμπλεκόμενους και τόσο μεγάλο συμβολικό βάρος για τη Δικαιοσύνη και την Αστυνομία.
Όταν μια αξιωματικός που βρέθηκε στο επίκεντρο τόσο σοβαρών κατηγοριών φτάνει να μετρά τέσσερις αναβολές πριν καν κριθεί, τότε η Πολιτεία δεν μπορεί να παριστάνει ότι όλα λειτουργούν φυσιολογικά. Η τέταρτη αναβολή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι καμπανάκι. Είναι ήττα του αυτονόητου.
Είναι η απόδειξη ότι όταν οι θεσμοί αργούν υπερβολικά, δεν μένουν ουδέτεροι: γίνονται μέρος του προβλήματος. Και αν μέχρι τον Σεπτέμβριο συνεχιστεί αυτό το κλίμα ακινησίας, τότε η δημόσια συζήτηση δεν θα αφορά μόνο μια επίμαχη ψυχολόγο της ΕΛΑΣ. Θα αφορά τη συνολική αδυναμία του κράτους να πείσει ότι θέλει και μπορεί να καθαρίσει τις πιο σκοτεινές γωνιές του
Το eReportaz και οι «Αποκαλύψεις» παρακολουθούν στενά το ζήτημα…
PLUS


