Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βοιωτίας επέβαλε στην 62χρονη, η οποία έθαψε τη μητέρα της στην αυλή του σπιτιού τους μετά το θάνατό της ώστε να συνεχίσει να λαμβάνει τη σύνταξη και τα επιδόματά της, ποινή φυλάκισης 14 μηνών, με μερική έκτιση ενός μήνα και αναστολή του υπολοίπου μέρους της ποινής. Ο εισαγγελέας είχε προτείνει νωρίτερα ποινή φυλάκισης 16 μηνών.
Της Ελένης Καρανικόλα Κοντορούση
Μετά την απόφαση, η 62χρονη αναμένεται να οδηγηθεί στις γυναίκες φυλακές Ελαιώνα, για να εκτίσει την ποινή της (σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία, περίπου 17 ημέρες).
Η 62χρονη έδωσε τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα, παραδεχόμενη τι την οδήγησε στην πράξη της, χωρίς ωστόσο να πείσει το δικαστήριο, το οποίο δεν της αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό.
Στην απολογία της, με τρεμάμενη φωνή σε πολλά σημεία, περιέγραψε ότι από μικρή ηλικία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, τα οποία την οδήγησαν να δανειστεί χρήματα από τοκογλύφους, καθώς και σοβαρά ζητήματα υγείας του γιου της, αλλά αργότερα και της μητέρας της.
«Ήμουν με μια θηλιά στο λαιμό μου. Είχα σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ο γιος μου ήταν σοβαρά άρρωστος. Δανείστηκα από τοκογλύφους για να τα βγάλω πέρα. Η μαμά μου πέθανε το 2023. Από τότε δεν μπορούσα να μιλήσω, να φάω, ζούσα με φόβο. Χρωστούσα στους τοκογλύφους ακόμα 57.000 ευρώ. Οι άνθρωποι αυτοί με απειλούσαν, μου έλεγαν πως σε τέτοιες περιπτώσεις συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Τότε πήρα έναν ξάδερφό μου και του ζήτησα 2.500 ευρώ. Του είπα πως τα χρειαζόμουν για το σπίτι, αλλά τα ήθελα για τα έξοδα της κηδείας. Δεν μου τα έδωσε και έτσι έγινε ό,τι έγινε. Πάνω στην απελπισία μου το έκανα. Κρίνετε με όπως θέλετε, αλλά αυτή είναι η αλήθεια» και συνέχισε:
«Δεν έχω το προφίλ μιας κακοποιήτριας. Κοιμόμουν δίπλα στη μητέρα μου σε στρώμα θαλάσσης για δυόμιση χρόνια. Όταν ήρθαν οι αστυνομικοί την πρώτη φορά, μέσα στην απελπισία μου φοβήθηκα ότι θα πάω φυλακή. Για 20 τόσα χρόνια πνιγόμουν απλώς. Εκείνη τη στιγμή αναδύθηκαν μπροστά μου όλες οι συνέπειες. Ήμουν απελπισμένη».
Για τη σχέση της με τον ανιψιό της γιαγιάς, τον οποίο δανείστηκε για να παραστήσει τη μητέρα της, ανέφερε:
«Με το Γιάννη είμαστε φίλοι πάρα πολλά χρόνια. Ήμουν σίγουρη πως θα με βοηθήσει. Η θεία του έμοιαζε φυσιογνωμικά με τη μητέρα μου. Του έδωσα 500 ευρώ και με βοήθησε να μεταφέρουμε τη θεία μου».
«Νιώθω ενοχές» είπε ο γιος της
Κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου έδωσε και ο γιος της, ο οποίος αποκάλυψε πως ο πατέρας του έφυγε από το σπίτι όταν εκείνος ήταν 7 χρονών και περιέγραψε την κακοποιητική συμπεριφορά του:
«Όταν ήμουν μικρός νοσηλεύτηκα για σοβαρά θέματα υγείας. Ακόμα και πριν από τότε υπήρχε μεγάλος φόβος στο σπίτι, υπήρχαν ξεσπάσματα βίας, μιλάμε για άγριους ξυλοδαρμούς. Είχε κληθεί και η αστυνομία. Σήμερα ζω στα Χανιά. Τελευταία φορά επισκέφτηκα τη μητέρα μου το 2020. Οι επαφές μας είναι περιορισμένες, δεν υπάρχει χρόνος. Μιλάμε όμως, ναι. Αυτό που μου έλεγε για τη γιαγιά μου πάντα ήταν «όπως τα ξέρεις».
Έμαθα για τον θάνατο της γιαγιάς μου όταν μου τηλεφώνησε η μητέρα μου πριν δύο εβδομάδες. Όσο ζούσαμε μαζί, η συμπεριφορά της προς τη γιαγιά μου ήταν φροντιστική, την τάιζε, την φρόντιζε, έκανε ό,τι θα έκανε μια μητέρα για την κόρη της. Μου είπε «δεν θέλω να θυμώσεις, θέλω να το διαχειριστείς». Μια τέτοια πράξη δεν δικαιολογείται, αλλά προσπαθώ να την καταλάβω. Νιώθω ενοχές γιατί ίσως τα δικά μου έξοδα και τα δικά μου οικονομικά βάρη να την οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση».
Για την οικονομική κατάσταση της μητέρας και της οικογένειάς του ανέφερε:
«Θυμάμαι να παρακαλεί χασάπηδες για να πάρουμε φαγητό και εκείνη να μην αγγίζει τίποτα. Ούτε ψώνιζε για τον εαυτό της. Με βοηθάει οικονομικά εδώ και χρόνια και για ιατρικά έξοδα λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζα. Ξέρω ότι υπήρχαν πολύ μεγάλες οικονομικές πιέσεις. Την θυμάμαι να ψάχνει με δυσκολία να δανειστεί χρήματα. Είχε δανειστεί από πολλούς, οπότε κάποια στιγμή σταμάτησαν να της σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μας χτυπούσαν τις πόρτες περίεργες ώρες, δεν τους ήξερα αυτούς τους ανθρώπους. Με ρωτούσαν στο δρόμο πού είναι η μητέρα μου και ποιος είμαι εγώ και άλλα περίεργα».
«Μου είπε ή με βοηθάς ή αυτοκτονώ»
Στο δικαστήριο βρέθηκε και ο συγχωριανός της 62χρονης, ο οποίος εξήγησε πώς του ζητήθηκε να «δανείσει» τη θεία του:
«Η κατηγορούμενη είναι συγχωριανή μου. Με πλησίασε και μου εξήγησε πως παίρνει κάποιο επίδομα που δικαιούται η μητέρα της από την πρόνοια, το οποίο θα έχανε αν δεν είχε τη μαμά της στο σπίτι. Ήξερα ότι φιλοξενείται σε κάποια δομή. Της είπα να μην με μπλέκεις, και τότε μου εξήγησε πως ήθελε να την πάρει για μια μέρα επειδή θα ερχόταν ο έλεγχος για το επίδομα, χωρίς να μου προτείνει κάποια αμοιβή για όλο αυτό».
Ο εισαγγελέας ρώτησε τον μάρτυρα αν έλαβε χρηματικό αντίτιμο για να επιτρέψει η θεία του να παραστήσει τη νεκρή μητέρα της 62χρονης.
Ακολούθησε ο εξής διάλογος:
Εισαγγελέας: Πώς δεχτήκατε να μεταφέρετε τη θεία στο σπίτι της;
Μάρτυρας: Μου είπε πως αν δεν το κάνεις αυτό, θα αυτοκτονήσω.
Εισαγγελέας: Μήπως σας προσέφερε κάποιο ποσό; Η ίδια λέει ότι ζητήσατε χρήματα παραπάνω από αυτά που σας έδωσε.
Μάρτυρας: Αν το λέει αυτό, λυπάμαι.
Εισαγγελέας: Μόνη της την μετέφερε τη θεία;
Μάρτυρας: Μπορεί να είμαι βλάκας, την πάτησα. Εκμεταλλεύτηκε τον χαρακτήρα μου.
Ο δικηγόρος της στην αρχή της διαδικασίας ζήτησε να γίνει δεκτος ο αυτοτελής ισχυρισμός περί μη αυτοενοχοποίησης της κατηγορουμένης, πράγμα που το δικαστήριο δεν έκανε δεκτό. Οτι δηλαδή τέλεσε το αδίκημα για να αποφύγει την ποινική της ευθύνη για την οικονομική απάτη.
Ο εισαγγελέας σχετικά ανέφερε πως η κατηγορούμενη «έκανε το πρώτο έγκλημα για να παραπλανήσει το δημόσιο και να λαμβάνει τη σύνταξη της μητέρας της, και τέλεσε το δεύτερο όχι για να μην αυτοενοχοποιηθεί, αλλά για να συνεχίσει να λαμβάνει το επίδομα της μητέρας της, παραπλανώντας για δεύτερη φορά και τις αστυνομικές αρχές».
PLUS


