Σοβαρό περιστατικό σημειώθηκε το Σάββατο 6 Δεκεμβρίου, λίγο μετά τη 1 το μεσημέρι, όταν ένα αγοράκι 2 ετών δέχθηκε επίθεση από σκύλο ράτσας πίτμπουλ στο άνω μέρος του σώματός του. Το ζώο ήταν δεμένο σε εξωτερικό χώρο της μονοκατοικίας όπου διέμενε η οικογένεια.
Ρεπορτάζ: Δημήτρης Καπετανάκης
Το Σάββατο 6 Δεκεμβρίου, λίγο μετά τη 1 το μεσημέρι, σημειώθηκε σοβαρός τραυματισμός ενός αγοριού 2 ετών από σκύλο ράτσας πιτμπουλ, ο οποίος ήταν αλυσοδεμένος στον εξωτερικό χώρο της μονοκατοικίας της οικογένειας. Το παιδί μεταφέρθηκε άμεσα με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Ζακύνθου με βαριά τραύματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι, όμως παρά τις προσπάθειες των γιατρών υπέκυψε λίγο αργότερα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ζώο δεν διέθετε βιβλιάριο υγείας ούτε ηλεκτρονική σήμανση (microchip), γεγονός που επισύρει διοικητικά πρόστιμα συνολικού ύψους 600 ευρώ βάσει του Ν. 4039/2012.
Πρόκειται για ένα περιστατικό όπως έχουμε δει και στο παρελθόν, άλλοτε με ενήλικες και άλλοτε με ανήλικους ως θύματα· κάποιες φορές με θανατηφόρες επιθέσεις και άλλες όχι. Το ζήτημα είναι σε ποιον βαθμό πρόκειται για επίθεση του ζώου και σε ποιον βαθμό για άμυνα, ως αντίδραση στην κακοποιητική συμπεριφορά των ιδιοκτητών του.
Ιωάννης Γαϊτανάκης: Η παθητική κακοποίηση, η απουσία πρόληψης και η θεσμική συνενοχή
Σε συνέντευξή του, ο Ιωάννης Γαϊτανάκης, Προϊστάμενος της Δημοτικής Αστυνομίας Ιεράπετρας, ερευνητής και συγγραφέας, επισημαίνει ότι το δυστύχημα στη Ζάκυνθο αποτελεί ακόμη ένα τραγικό παράδειγμα της θεσμικής μας αποτυχίας να προβλέψουμε και να αποτρέψουμε καταστάσεις υψηλού κινδύνου. «Καταντά τραγικό, αν όχι εξοργιστικό, να επιβεβαιωνόμαστε ως ‘Κασσάνδρες’», σημειώνει, υπενθυμίζοντας πως μόλις πριν από έναν μήνα είχε προειδοποιήσει δημόσια για τους θανάσιμους κινδύνους της παθητικής κακοποίησης και της κρατικής αβελτηρίας.
Όπως εξηγεί, η Ελλάδα καταγράφει περίπου 5.000 περιστατικά δαγκωμάτων ζώων ετησίως, εκ των οποίων το 60% οδηγούν σε νοσοκομειακή περίθαλψη. Η Ζάκυνθος, τονίζει, δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά επιβεβαίωση ενός προβλήματος που βαθαίνει. Αποδομώντας τον μύθο του «γεννημένου επικίνδυνου σκύλου», ο κ. Γαϊτανάκης αναλύει τη μηχανική της επίθεσης: τη συσσώρευση ερεθισμάτων που έθεσε τον οργανισμό του ζώου σε οξύ στρες, την αλυσόδεση που απέκλεισε τη φυγή ως ενστικτώδη επιλογή και τη σιωπηλή καταστολή προειδοποιητικών σημάτων λόγω προηγούμενης κακοποίησης.

Παράλληλα, υπογραμμίζει το κοινωνικό φαινόμενο της «ψευδαίσθησης διάσωσης», κατά το οποίο ιδιώτες συσσωρεύουν ζώα χωρίς πόρους, εκπαίδευση ή αξιολόγηση χαρακτήρα, δημιουργώντας ανεξέλεγκτες συνθήκες που ελλοχεύουν σοβαρούς κινδύνους. Ωστόσο, το βαθύτερο ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι θεσμικό: σε αντίθεση με χώρες όπως η Ολλανδία, όπου η διοίκηση μπορεί να επέμβει προληπτικά και να κατασχέσει ένα ζώο βάσει εκτίμησης κινδύνου, η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια γραφειοκρατική λογική που δρα μόνο «κατόπιν εορτής».
Την ίδια στιγμή, η «εργαλειοποίηση της φιλοζωίας» από ορισμένους Δήμους, που μετακυλίουν την ευθύνη διαχείρισης ζώων σε ιδιώτες ή ανεπαρκείς δομές, ενισχύει έναν φαύλο κύκλο παραβλέψεων και παρανομιών. Όταν μάλιστα πρόσωπα με προβληματικές πρακτικές συμμετέχουν σε θεσμικά όργανα ελέγχου, η κρατική αμέλεια μετατρέπεται, όπως τονίζει, σε θεσμική συνενοχή.
«Πίσω από κάθε σοβαρό περιστατικό δαγκώματος κρύβεται σχεδόν πάντα είτε μια ανεύθυνη ανθρώπινη συμπεριφορά είτε μια κρατική ανεπάρκεια. Στη Ζάκυνθο είχαμε και τα δύο», καταλήγει ο κ. Γαϊτανάκης, συγγραφέας του βιβλίου «Ζώα Συντροφιάς – Κατανόηση, Πρόληψη, Διαχείριση επιθετικής συμπεριφοράς».
PLUS


