Σε μια από τις πιο ασταθείς φάσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να κινείται σε δύο παράλληλες τροχιές: την κλιμάκωση του πολέμου και την ταυτόχρονη αναζήτηση μιας διπλωματικής διεξόδου με το Ιράν. Το αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα αντιφατικών μηνυμάτων που προκαλεί σύγχυση τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει ολοένα και πιο πρόθυμος να οδηγηθεί σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «τερματισμό» του πολέμου. Ωστόσο, η στρατηγική εξόδου παραμένει ασαφής, με την Ουάσιγκτον να ταλαντεύεται ανάμεσα σε στρατιωτική πίεση και διαπραγματευτικές πρωτοβουλίες.
Δύο στρατηγικές ταυτόχρονα
Την Τρίτη, η κατάσταση κορυφώθηκε όταν μέσα σε λίγες ώρες οι ΗΠΑ φάνηκαν να υιοθετούν και τις δύο επιλογές:
από τη μία πλευρά, το Πεντάγωνο διέταξε την αποστολή χερσαίων δυνάμεων προς το Ιράν· από την άλλη, Αμερικανοί διαπραγματευτές απέστειλαν στην Τεχεράνη ένα νέο ειρηνευτικό σχέδιο 15 σημείων το οποίο η Τεχεράνη αρχικά απέρριψε αντιπροτείνοντας πέντε όρους για τον τερματισμό του πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της λήξης της σύγκρουσης «σε όλα τα μέτωπα» και της καταβολής αποζημιώσεων.
Μέχρι την επόμενη ημέρα, ο Λευκός Οίκος καλούσε το Ιράν να αποδεχτεί τη συμφωνία, προειδοποιώντας ταυτόχρονα για σφοδρότερα πλήγματα σε περίπτωση άρνησης. Η διπλή αυτή γραμμή ενίσχυσε την αβεβαιότητα γύρω από τις πραγματικές προθέσεις της αμερικανικής ηγεσίας.
«Ο Πρόεδρος Τραμπ δεν μπλοφάρει και είναι έτοιμος να εξαπολύσει την κόλαση», δήλωσε η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, επιχειρώντας να δώσει σαφήνεια εκεί όπου κυριαρχεί η ασάφεια.
Η άρνηση της Τεχεράνης
Από την πλευρά του, το Ιράν απέρριψε άμεσα την πρόταση, με τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί να δηλώνει ότι η χώρα «δεν έχει καμία πρόθεση να διαπραγματευτεί προς το παρόν» και θα συνεχίσει να αμύνεται.
Το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών μάλιστα διέψευσε κατηγορηματικά ότι έχουν υπάρξει οποιασδήποτε μορφής συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε άμεσα ούτε μέσω μεσαζόντων — γεγονός που εντείνει τα ερωτήματα για το κατά πόσο οι αμερικανικές πρωτοβουλίες βασίζονται σε πραγματικό διπλωματικό έδαφος με τον Ντόναλντ Τραμπ να επιμένει πως οι ηγέτες του Ιράν «φοβούνται» να παραδεχτούν ότι διαπραγματεύονται με τις ΗΠΑ αφότου ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε στα κρατικά μέσα ενημέρωσης ότι το Ιράν «δεν έχει καμία πρόθεση να διαπραγματευτεί προς το παρόν» και ότι η χώρα θα συνεχίσει να «αμύνεται» τον εαυτό της.
Ο χρόνος ως κρίσιμος παράγοντας
Στο παρασκήνιο, ο χρόνος αναδεικνύεται σε καθοριστικό στοιχείο. Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, ο Τραμπ έχει περιορισμένο χρονικό περιθώριο για τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου — ένα παράθυρο περίπου δύο μηνών.
Από την οπτική της Τεχεράνης, αυτό δημιουργεί μια «ιστορική ευκαιρία»: αν το Ιράν αντέξει στρατιωτικά και πολιτικά για μερικές ακόμη εβδομάδες, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να βρεθεί σε αδιέξοδο.
Πίσω από τη ρητορική: οικονομία και στρατός
Οι ιρανικές αναλύσεις αποδίδουν τη στάση Τραμπ σε δύο βασικές λογικές: την οικονομική και τη στρατιωτική.
Από τη μία πλευρά, οι δηλώσεις περί διαπραγματεύσεων φαίνεται να επηρεάζουν άμεσα τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από σχετικές ανακοινώσεις, οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν απότομη πτώση άνω του 10%, πριν επανέλθουν όταν οι προσδοκίες εξασθένησαν.
Από την άλλη, η Τεχεράνη εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να κερδίσει χρόνο ώστε να ολοκληρώσει τη στρατιωτική της προετοιμασία — ενδεχομένως για μια ευρύτερη χερσαία επιχείρηση ή για στοχευμένες κινήσεις σε κρίσιμες υποδομές, όπως το Στενό του Ορμούζ.
Η «στρατηγική των πολλαπλών κινήσεων»
Σημαντικό στοιχείο της κρίσης αποτελεί και το τελεσίγραφο που φέρεται να έδωσε ο Τραμπ στις 21 Μαρτίου, απαιτώντας από το Ιράν να ξεμπλοκάρει το Στενό του Ορμούζ. Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν εξίσου σκληρή, με απειλές για πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές του Περσικού Κόλπου.
Ακολούθησε μια φάση τακτικών ελιγμών: η Ουάσιγκτον άφησε να εννοηθεί ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες και ανέβαλε στρατιωτικά πλήγματα, μεταθέτοντας το τελεσίγραφο. Μια κίνηση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια αποκλιμάκωσης χωρίς απώλεια κύρους.
Εσωτερικές ισορροπίες και «διαίρει και βασίλευε»
Τέλος, δεν αποκλείεται ο Αμερικανός πρόεδρος να επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τις εσωτερικές αντιθέσεις στην ιρανική ηγεσία. Με δηλώσεις περί «παραγωγικών συνομιλιών», ενισχύει —έστω έμμεσα— την καχυποψία μεταξύ διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων στο Ιράν με τον Λευκό Οίκο να δηλώνει ότι οι ΗΠΑ ήταν «πολύ κοντά» στην επίτευξη των στόχων τους στο Ιράν, προσθέτοντας ότι το καθεστώς του Ιράν αναζητούσε μια «ράμπα εξόδου».
Προφανώς οι ΗΠΑ στοχεύουν στην δυσπιστία των σκληροπυρηνικών απέναντι στον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν και σε πιο «μετριοπαθείς» κύκλους η οποία μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο αποσταθεροποίησης, ενισχύοντας τη στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε».
Ένας πόλεμος χωρίς καθαρή κατεύθυνση
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε μια ξεκάθαρη στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση.
Ανάμεσα σε απειλές για συντριπτικά πλήγματα και ταυτόχρονες εκκλήσεις για διάλογο, η πολιτική Τραμπ μοιάζει περισσότερο με τακτικό ελιγμό παρά με συνεκτικό σχέδιο. Και όσο αυτή η ασάφεια συνεχίζεται, ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή παραμένει ιδιαίτερα υψηλός.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Κύπρος: Η Άγκυρα καταγγέλλει «στρατιωτικοποίηση» ενώ αποκρύπτει την κατοχή και κλιμακώνει την ένταση
PLUS


