Η ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν είναι μια ευθεία γραμμή ισχύος. Είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να κάνει μια υπερδύναμη και σε αυτό που οφείλει να ΜΗΝ κάνει.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Η πρόσφατη απειλή του Ντόναλντ Τραμπ —ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να «εξαλείψουν» έναν ολόκληρο πολιτισμό— δεν είναι απλώς μια υπερβολική ρητορική. Πρόκειται για μια τομή: μια στιγμή όπου η πολιτική γλώσσα αγγίζει ανοιχτά την ιδέα του εγκλήματος πολέμου και, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει πόσο εύθραυστα είναι τα όρια που υποτίθεται ότι συγκρατούν την αμερικανική ισχύ.
Τα λόγια του Τραμπ πυροδότησαν ένα παλιρροϊκό κύμα παγκόσμιας ανησυχίας και οργής. Μόλις 90 λεπτά πριν λήξει η προθεσμία που είχε θέσει το Ιράν για να ανοίξει το Στενό του Ορμούζ, ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν είχαν καταλήξει σε συμφωνία για δύο εβδομάδες κατάπαυσης του πυρός. Σε αυτό το δραματικό περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης, η είδηση της εύθραυστης συμφωνίας, η οποία φέρεται να έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει , απειλεί τώρα να σβήσει την απειλή του προέδρου για εξόντωση – ή να την απορρίψει, όπως ήδη κάνουν ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι, σχολιαστές και influencers του MAGA, ως απλώς μια ωμή διαπραγματευτική τακτική που αποδείχθηκε επιτυχημένη.
Αλλά εδώ η ιστορία δεν λειτουργεί ως διακόσμηση — αλλά ως προειδοποίηση.
Ποτέ πριν ένας Αμερικανός πρόεδρος δεν απείλησε να εξαφανίσει 93 εκατομμύρια πολίτες, πόσο μάλλον μια κοινωνία που, παρά τον «εκβιασμό, τη διαφθορά και τον θάνατο» της τα τελευταία 47 χρόνια, έχει διαμορφώσει τον πολιτισμό προς το καλύτερο σε διάστημα δύο χιλιετιών. Αυτό που είδαμε το πρωί της Τρίτης από τον Τραμπ ήταν η προαναγγελία ενός εγκλήματος πολέμου, γραμμένη σε γλώσσα που μύριζε γενοκτονική αιματοχυσία. Ήταν μια κατάφωρη προδοσία αυτών που προβάλλονται ως αξίες της Αμερικής.
Στην Κρίση των Πυραύλων της Κούβας, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια υπαρξιακή απειλή. Υπήρχε πραγματική δυνατότητα μαζικής καταστροφής. Όμως, αυτό που καθόρισε την έκβαση δεν ήταν η διάθεση για εξόντωση, αλλά η επίγνωση των ορίων. Η ηγεσία της εποχής κατανόησε ότι η στοχοποίηση αμάχων ή η πλήρης καταστροφή δεν αποτελούν «επιλογές» — αποτελούν αποτυχία πολιτισμού.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σημερινή ρητορική τόσο ανησυχητική: μετατρέπει το αδιανόητο σε διαπραγματευτικό εργαλείο.
Στον Πόλεμο του Βιετνάμ, το πρόβλημα δεν ήταν μια στιγμιαία κρίση, αλλά μια παρατεταμένη διολίσθηση. Η Αμερική μπλέχθηκε σε έναν πόλεμο όπου τα όρια σταδιακά διαβρώθηκαν: από τη χρήση υπερβολικής στρατιωτικής ισχύος μέχρι πρακτικές που αμφισβήτησαν ευθέως τις αρχές που η ίδια διακήρυττε. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο στρατιωτική αποτυχία — ήταν μια βαθιά κρίση αξιοπιστίας και ηθικής ταυτότητας.
Οι απειλές για πράξεις που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο δεν είναι απλώς «λόγια». Δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο τέτοιες πράξεις γίνονται πιο πιθανές — ή τουλάχιστον πιο αποδεκτές. Και αυτό έχει συνέπειες όχι μόνο για τους αντιπάλους, αλλά και για το ίδιο το αμερικανικό σύστημα: για τους στρατιωτικούς που καλούνται να υπακούσουν, για τους θεσμούς που καλούνται να ελέγξουν και για μια κοινωνία που καλείται να αποφασίσει τι θεωρεί επιτρεπτό.
Σε αντίθεση με την Κούβα, όπου η αυτοσυγκράτηση λειτούργησε ως δύναμη, και με το Βιετνάμ, όπου η απουσία σαφών ορίων οδήγησε σε αδιέξοδο, σήμερα διαφαίνεται ένας τρίτος κίνδυνος: η συνειδητή εγκατάλειψη των ορίων ως πολιτική επιλογή.
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο: ότι η απειλή δεν στρέφεται μόνο προς τα έξω. Είναι και εσωτερική. Υπονομεύει την ίδια την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύονται από κανόνες — ότι η ισχύς τους περιορίζεται από το δίκαιο και όχι μόνο από το συμφέρον.
Γιατί τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν μια υπερδύναμη μπορεί να καταστρέψει. Αυτό είναι δεδομένο.
Το ερώτημα είναι αν επιλέγει να θέσει όρια στον εαυτό της.
Στην Κούβα, αυτά τα όρια έσωσαν τον κόσμο.
Στο Βιετνάμ, η απώλειά τους κόστισε ακριβά.
Σήμερα, η ιστορία δεν ζητά να επαναληφθεί — ζητά να ληφθεί υπόψη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Γάζα: Τέσσερις νεκροί σε ισραηλινά πλήγματα – Νεκρός και δημοσιογράφος του Al Jazeera
Ο Τραμπ συζητά την έξοδο των ΗΠΑ από το NATO: «Δοκιμάστηκε και απέτυχε» λέει ο Λευκός Οίκος
PLUS


