Στην πολιτική επικοινωνία υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία τα γεγονότα παύουν να υπηρετούν την αλήθεια και αρχίζουν να υπηρετούν την αφήγηση. Είναι η στιγμή όπου μια κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί πλέον τα επιχειρήματά της για να δικαιολογήσει έναν πόλεμο, αλλά χρησιμοποιεί τον ίδιο τον πόλεμο για να δικαιολογήσει τα επιχειρήματά της.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Αυτό ακριβώς μοιάζει να συμβαίνει με τον Ντόναλντ Τραμπ μετά τον θάνατο δύο Αμερικανών στρατιωτών στις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Αντί οι απώλειες να αποτελέσουν αφορμή για έναν απολογισμό των επιλογών που οδήγησαν στην κλιμάκωση, παρουσιάστηκαν ως επιβεβαίωση ότι η Ουάσιγκτον είχε δίκιο εξαρχής να θεωρεί την Τεχεράνη υπαρξιακή απειλή.
Είναι μια λογική που μετατρέπει ακόμη και την τραγωδία σε αποδεικτικό στοιχείο της ορθότητας της πολιτικής ηγεσίας. Το τίμημα του πολέμου δεν εμφανίζεται ως συνέπεια μιας απόφασης· παρουσιάζεται ως η απόδειξη ότι η απόφαση ήταν αναπόφευκτη.
Η συλλογιστική αυτή δεν είναι απλώς κυνική. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, επειδή δημιουργεί έναν μηχανισμό αυτοεπιβεβαίωσης από τον οποίο δεν υπάρχει διέξοδος. Αν δεν υπάρξει σύγκρουση, η αποτροπή θεωρείται επιτυχία. Αν υπάρξει σύγκρουση, αποδεικνύεται ότι ο αντίπαλος ήταν πράγματι επικίνδυνος. Αν υπάρξουν απώλειες, αυτές χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν ότι ο πόλεμος δεν μπορεί πλέον να σταματήσει. Με άλλα λόγια, κάθε πιθανό αποτέλεσμα καταλήγει να επιβεβαιώνει την ίδια αρχική θέση. Δεν πρόκειται για στρατηγική ανάλυση αλλά για έναν φαύλο κύκλο πολιτικής αυτοδικαίωσης.
Η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη από ανάλογες περιπτώσεις. Από το Βιετνάμ μέχρι το Ιράκ και το Αφγανιστάν, οι επίσημες αιτιολογήσεις άλλαζαν καθώς οι πόλεμοι παρατείνονταν. Άλλοτε το διακύβευμα ήταν η ανάσχεση του κομμουνισμού, άλλοτε τα όπλα μαζικής καταστροφής, άλλοτε η εξαγωγή της δημοκρατίας και άλλοτε η καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των πολέμων δεν ήταν η σταθερότητα των στόχων τους αλλά η συνεχής προσαρμογή της αφήγησης στις εξελίξεις του πεδίου. Κάθε φορά που ένα επιχείρημα κατέρρεε, εμφανιζόταν ένα νέο για να καλύψει το κενό.
Στην περίπτωση του Ιράν, η αρχική έμφαση δόθηκε στον πυρηνικό κίνδυνο. Στη συνέχεια προστέθηκε η προστασία των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, η ασφάλεια των συμμάχων, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και, τώρα, η ανάγκη να τιμηθεί η θυσία των στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους. Κάθε νέο επεισόδιο δεν αμφισβητεί την προηγούμενη αφήγηση· την επεκτείνει, προσθέτοντας έναν ακόμη λόγο για να συνεχιστεί η ίδια πολιτική. Έτσι, ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια διαδικασία που παράγει συνεχώς νέες αιτιολογήσεις για την ίδια του την ύπαρξη.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της λογικής είναι ότι καθιστά σχεδόν αδύνατη την πολιτική αναθεώρηση. Όσο αυξάνονται οι ανθρώπινες απώλειες, τόσο δυσκολότερο γίνεται για μια κυβέρνηση να παραδεχθεί ότι ίσως υποτίμησε τους κινδύνους ή υπερεκτίμησε τα οφέλη της στρατιωτικής επιλογής. Μια τέτοια παραδοχή θα σήμαινε ότι οι άνθρωποι που σκοτώθηκαν πλήρωσαν το τίμημα μιας λανθασμένης εκτίμησης. Πολιτικά, είναι πολύ ευκολότερο να υποστηριχθεί ότι η θυσία τους καθιστά επιβεβλημένη τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής. Οι νεκροί μετατρέπονται έτσι σε ηθικό κεφάλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται όχι για να τερματίσει τη σύγκρουση αλλά για να νομιμοποιήσει την παράτασή της.
Δεν πρόκειται για καινούργιο φαινόμενο. Κάθε μεγάλη δύναμη έχει, κάποια στιγμή, χρησιμοποιήσει τη θυσία των στρατιωτών της ως επιχείρημα για να αποφύγει μια πολιτικά επώδυνη αναδίπλωση. Εκείνο που αλλάζει σήμερα είναι η ταχύτητα με την οποία αυτή η διαδικασία μεταφέρεται στη δημόσια σφαίρα. Σε μια εποχή όπου η πολιτική διεξάγεται σε πραγματικό χρόνο, οι απώλειες ενσωματώνονται σχεδόν αμέσως στην επικοινωνιακή στρατηγική της εκάστοτε κυβέρνησης. Οι στρατιώτες παύουν να είναι μόνο άνθρωποι που έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Γίνονται σύμβολα, τίτλοι ειδήσεων και, τελικά, επιχειρήματα σε μια πολιτική αντιπαράθεση.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι αυτή η λογική καταλήγει να αντιστρέφει τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Σε μια δημοκρατία, οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξηγούν γιατί αξίζει να ζητήσουν από τους πολίτες να θυσιαστούν. Όταν, όμως, οι θυσίες χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση είχε εξαρχής δίκιο, η σχέση αντιστρέφεται. Δεν είναι πλέον η πολιτική που λογοδοτεί απέναντι στους νεκρούς· είναι οι νεκροί που επιστρατεύονται για να προστατεύσουν την πολιτική από τη λογοδοσία.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη συνέπεια όλων. Γιατί από τη στιγμή που κάθε νέα απώλεια μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ της συνέχισης του πολέμου, τότε ο πόλεμος παύει να χρειάζεται αποδείξεις για να συνεχιστεί. Αρκεί να συνεχίζει να παράγει νεκρούς. Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι η στιγμή όπου η πολιτική αρχίζει να τρέφεται από την ίδια την τραγωδία που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αποτρέψει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τουρκικό εμπορικό πλοίο χτυπήθηκε από ρωσικούς πυραύλους – Πέντε ναυτικοί νεκροί
Ιράν: Οι ΗΠΑ επιτέθηκαν σε πυρηνικό σταθμό υπό κατασκευή
PLUS


