Συγκλονίζουν τα τελευταία λόγια της άτυχης 75χρονης Στέλλας Στάθη που βρήκε τραγικό θάνατο από τα χέρια της νύφης της Ροζαλίας Μπαξεβάνογλου – Λάθη, αντιφάσεις και ψεύδη που γρήγορα οδήγησαν τους αστυνομικούς στον πραγματικό ένοχο!
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΤΖΕΝΗ ΜΑΡΚΟΥ, ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΝΤΡΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ -ΚΟΝΤΟΡΟΥΣΗ
Η δολοφονία της 75χρονης Στέλλας Στάθη στη Σαλαμίνα έχει συγκλονίσει την κοινή γνώμη όχι μόνο για τη βιαιότητα της επίθεσης, αλλά και για το γεγονός ότι δράστης -σύμφωνα με την ομολογία της- είναι η ίδια η νύφη της, μια γυναίκα ηλικίας 46 ετών. Η ηλικιωμένη γυναίκα δέχθηκε πολλαπλές μαχαιριές στον θώρακα και στον λαιμό, είχε τραύματα στο κρανίο, ενώ τα χέρια της έφεραν βαθιές τομές από μαχαιριές που τα είχαν διαπεράσει, σημάδια πως πάλεψε σκληρά για να σωθεί. Ένας αγώνας απελπισμένος απέναντι σε μια βίαιη επίθεση που δεν άφησε περιθώρια σωτηρίας.
Η 46χρονη Ροζαλία Μπαξεβάνογλου, η οποία την Παρασκευή συνοδεία πάνοπλων αστυνομικών μεταφέρθηκε στο Δικαστικό Μέγαρο Πειραιά για να απολογηθεί, όπου όπως υποστήριξε δεν θυμόταν τίποτα, προανακριτικά είχε υιοθετήσει τη στάση της έντρομης και συντετριμμένης νύφης που δήθεν προσπαθούσε να ανακαλύψει τι συνέβη στην πεθερά της. Εμφανιζόταν καταρρακωμένη αναζητώντας τον «δολοφόνο» και δηλώνοντας σοκαρισμένη από το συμβάν.
Τα γεγονότα
«Είμαι βαθιά συγκλονισμένη και στενοχωρημένη για όσα έχουν συμβεί, ωστόσο θα προσπαθήσω να περιγράψω με ακρίβεια τα γεγονότα προκειμένου να βοηθήσω στον εντοπισμό των ατόμων που έκαναν κακό στη μητέρα του συζύγου μου». Η 75χρονη είχε κινητικά προβλήματα και περπατούσε με στήριγμα. Για να καταλάβετε, πριν από λίγες ημέρες είχε πέσει κιόλας και είχε χτυπήσει το κεφάλι της. «Στις 31 Οκτωβρίου 2025 και ώρα 01.45, η πεθερά μου παρατήρησε ότι ήμουν συνδεδεμένη στο Διαδίκτυο και μου έστειλε μήνυμα στο κινητό, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μεταξύ μας συνομιλία. Θυμάμαι ότι της ζήτησα να με ξεματιάσει γιατί αντιμετώπιζα πόνους στην κοιλιά». Το ίδιο πρωί, περίπου στις 11.25, όπως λέει, της έστειλε νέο μήνυμα: «Της πρότεινα να πιούμε καφέ, χωρίς όμως να λάβω κάποια απάντηση».
Στις 13.00 επέστρεψε ο σύζυγός της Νίκος Στάθης, ο οποίος τη ρώτησε αν είχε επικοινωνήσει με τη μητέρα του:
«Του απάντησα ότι της είχα στείλει μήνυμα, αλλά δεν μου είχε απαντήσει. Αυτό δεν μας φάνηκε ασυνήθιστο, καθώς αρκετές φορές καθυστερούσε να ανταποκριθεί». Παράλληλα αναφέρει ότι προσπάθησε να την καλέσει τηλεφωνικά, ενώ στις 17.00 δέχθηκε βιντεοκλήση από την αδελφή της 75χρονης: «Ήταν σε εμφανή συναισθηματική φόρτιση και μου είπε ότι ούτε εκείνη μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Την καθησύχασα». Αμέσως τηλεφώνησε, όπως λέει, στην αδελφή του συζύγου της και της ζήτησε να μεταβούν μαζί στο σπίτι της μητέρας τους. Εκείνη όμως αντιμετώπισε πρόβλημα με το αυτοκίνητό της και τελικά συμφώνησαν ότι θα πήγαιναν μαζί, με τη 46χρονη να την παραλαμβάνει. «Φτάσαμε στο σπίτι της πεθεράς μου περίπου στις 18.00. Περάσαμε την καγκελόπορτα και πλησιάζοντας προς την είσοδο παρατηρήσαμε ένα παράθυρο ανοιχτό», είπε τότε στις Αρχές η 46χρονη.
Παίζοντας θέατρο περιέγραψε στους αστυνομικούς: «Είδα την πεθερά μου να βρίσκεται πεσμένη ανάμεσα στο κρεβάτι και τον τοίχο και εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα. Παρατήρησα μια τσάντα επάνω στο κρεβάτι και την έριξα στο πάτωμα. Είδα ένα καφέ μπουκάλι επάνω στο κρεβάτι ή κοντά στο σώμα της, καθώς και ένα μαχαίρι πάνω στο έπιπλο με τα καλλυντικά». Παράλληλα αναφέρει ότι προσπάθησε να καλέσει ασθενοφόρο, «αλλά λόγω της σοβαρής ψυχολογικής κατάστασης δεν μπορούσα να μιλήσω και έδωσα το τηλέφωνο στην αδελφή του συζύγου μου».
Στη συνέχεια, στην κατάθεσή της εμφανίζεται η πρώτη κρίσιμη αντίφαση. «Δεν μπορώ να θυμηθώ με βεβαιότητα αν άγγιξα κάτι». Για να προσθέσει όμως στη συνέχεια: «Ωστόσο γνωρίζω ότι απομάκρυνα ορισμένα αντικείμενα από κοντά της. Θυμάμαι επίσης ότι άγγιξα την πόρτα του χολ χρησιμοποιώντας την μπλούζα μου. Την πίσω πόρτα του σπιτιού την άνοιξα εγώ και διαπίστωσα ότι ήταν κλειδωμένη. Για την κεντρική δεν είμαι σε θέση να πω αν την ξεκλείδωσε η αδελφή του συζύγου μου. Μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας, στο σπίτι μπήκαν εκτός από εμένα και την αδελφή του συζύγου μου, και ο σύζυγός μου, καθώς και τα παιδιά του. Την αγαπούσα πάρα πολύ και βρίσκομαι σε κατάσταση σοκ και μεγάλης ψυχικής αναστάτωσης», κατέληξε.
«Δεν ήξερα πώς να το κάνω, ήθελα να φανεί σαν κανονική ληστεία. Δεν ήθελα να τη σκοτώσω. Μόνο να πάρω τα λεφτά ήθελα…»
Θέατρο του παραλόγου από τη φόνισσα στην κηδεία όπουέκλαιγε με λυγμούς συντετριμμένη για το κακό που τους βρήκε – Ο εθισμός της δράστιδος με τον τζόγο, η σχέση της με τη «Χρυσή Αυγή», η σκηνοθεσία των ευρημάτων και η μετακίνηση της κάμερας ενώ αυτή κατέγραφε ηχητικά όλη την αποτρόπαια σκηνή του εγκλήματος.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την… ερμηνεία κρυβόταν μια σειρά από λάθη, αντιφάσεις και ψεύδη που γρήγορα οδήγησαν τους αστυνομικούς στον πραγματικό θύτη.
Ένα από τα πρώτα στοιχεία που την πρόδωσαν ήταν το αυτοκίνητο που χρησιμοποίησε. Πρόκειται για το ΙΧ που της είχε παραχωρήσει ο πατέρας της, το οποίο καταγράφηκε να κινείται στη γειτονιά της 75χρονης τόσο κατά την άφιξή της όσο και κατά την αποχώρησή της. Στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι είχε προσπαθήσει να στρέψει σε «τυφλό» σημείο μια κάμερα ασφαλείας στο σπίτι της, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξαλείψει κάθε ίχνος των κινήσεών της.
Δεν γνώριζε όμως πως η κάμερα, εκτός από εικόνα, κατέγραφε και ήχο, γεγονός που αποδείχθηκε καθοριστικό. Οι ήχοι και οι χρονισμοί που αποτυπώθηκαν δεν ταίριαζαν με τις δικαιολογίες της, εκθέτοντάς την ανεπανόρθωτα. Η καταγραφή του ηχητικού ντοκουμέντου σοκάρει:
«Γιατί, μωρέ, τι σου έκανα. Αμαρτία είναι. Πάρε ό,τι θέλεις, μωρέ, και φύγε. Πάρε ό,τι θέλεις και φύγε», παρακαλεί η άτυχη ηλικιωμένη. Στη συνέχεια, η 46χρονη τη χτυπάει. Μια ανατριχιαστική κραυγή σκίζει τον αέρα. Η 75χρονη Στέλλα υποφέρει.
«Γιατί μωρέ, παιδί μου; Γιατί;», ρωτάει η ηλικιωμένη με ξεψυχισμένη φωνή, εκλιπαρώντας τη να την αφήσει. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ πολύ, αγόρι μου. Άσε με σε παρακαλώ. Πάρε ό,τι θέλεις και φύγε. Εντάξει. Πάρε ό,τι θέλεις».
Και άλλο χτύπημα. Ένας εκκωφαντικός ήχος από τζάμι που σπάει προλογίζει ακόμη μία ανατριχιαστική κραυγή της 75χρονης. Οι ήχοι από τζάμια που σπάνε είναι συνεχείς, καλύπτοντας τις φωνές βασανιστή και θύματος. «Φύγε από εδώ, σε παρακαλώ, παιδί μου. Βοήθεια, Θεέ μου. Σε παρακαλώ πολύ. Γιατί με πειράζεις; Σε παρακαλώ, άσε με».
Παράλληλα, η 46χρονη Ροζαλία Μπαξεβάνογλου κατέφυγε σε μια σειρά ψεμάτων που στην αρχή φάνταζαν πειστικά, στη συνέχεια όμως κατέρρευσαν. Υποστήριξε ότι στο σπίτι της έγινε διακοπή ρεύματος προκειμένου να εξηγήσει την απενεργοποίηση των καμερών ασφαλείας. Ο ισχυρισμός αυτός αποδείχθηκε ανακριβής. Στην κηδεία της 75χρονης εμφανίστηκε με λυγμούς και δραματικές εκδηλώσεις θλίψης, σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την εικόνα της αθώας και συντετριμμένης νύφης. Ακόμη, σε τηλεφωνική επικοινωνία της, χωρίς να γνωρίζει ότι η συσκευή της ήταν σε νόμιμη επισύνδεση, επιχειρούσε να πείσει τους οικείους της ότι άγγιξε πράγματα της ηλικιωμένης όταν μπήκε στο σπίτι με την κόρη του θύματος μετά το έγκλημα, μια προσπάθεια εκ των υστέρων να δικαιολογήσει πιθανά ευρήματα που θα εντοπίζονταν στον τόπο του εγκλήματος.
Η συγκλονισμένη νύφη…
Στην εξέτασή της από τους αστυνομικούς του Ανθρωποκτονιών την πρώτη ημέρα μετά τη δολοφονία αρχικά έπαιζε θέατρο, παριστάνοντας τη συντετριμμένη.
Από τη μια, η «συγκλονισμένη νύφη» που δηλώνει έτοιμη να βοηθήσει τις Αρχές να βρουν «τα άτομα που έκαναν κακό» στην πεθερά της. Από την άλλη, η δράστις που περιγράφει πώς φόρεσε μαύρα, κουκούλα και γάντια, πώς έσπασε το τζάμι και μπήκε στο σπίτι της 75χρονης, πώς αναζητούσε χρήματα και πώς τελικά τη χτύπησε μέχρι θανάτου.
Αργότερα στην ομολογία της ισχυρίστηκε ότι σκότωσε την ηλικιωμένη επειδή… φοβήθηκε πως την κατάλαβε, μια εξήγηση που δεν συμβιβάζεται ούτε με τον αριθμό ούτε με τη βιαιότητα των χτυπημάτων.
«Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω και εγώ γιατί το έκανα αυτό το κακό. Είναι το θέατρο του παραλόγου, είμαι ένας άνθρωπος πονεμένος. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου. Προσπαθούσα για χρόνια να κάνω παιδί. Έχω κάνει και εξωσωματικές, αλλά δεν τα κατάφερα. Είχα πολλές αποβολές», είπε αρχικά και συνέχισε: «Από εκεί και έπειτα το έριξα στον τζόγο για να ξεχαστώ. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που έκανα αυτό το κακό. Ό,τι και να σας πω δεν έχω δικαιολογία, το ξέρω, αλλά θέλω να με ακούσετε και να με καταλάβετε».
Περιγράφοντας την ημέρα του φονικού ανέφερε τα εξής: «Εκείνη την ημέρα αποφάσισα να πάω στο σπίτι της πεθεράς μου, ήξερα ότι έχει κάποια λεφτά στο σπίτι της», χρήματα που όπως υποστήριξε τα είχε πάρει ο άντρας της για να τα φυλάει στο σπίτι τους και τα οποία τελικά χάθηκαν.
«Δεν τα πήρα εγώ. Απ’ ό,τι καταλάβαμε τα πήραν κάποιοι φίλοι των παιδιών. Έτσι λοιπόν αναγκαστήκαμε να τα επιστρέψουμε. Σκέφθηκα να πάω να της πάρω τα λεφτά που είχε κρυμμένα στο σπίτι της, αυτά που της είχαμε δώσει εμείς δηλαδή, και μετά να τα δώσω στον άντρα μου και εκείνος να της τα δώσει, ως τα υπόλοιπα που της χρωστάμε», εξήγησε χαρακτηριστικά.
Παρά το γεγονός πως ενώπιον των ανακριτικών αρχών υποστήριξε πως θυμάται μέχρι τη στιγμή που έφτασε στο σπίτι, στους αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τα όσα φριχτά έκανε στην άτυχη γυναίκα.
«Έβαλα μαύρα ρούχα, πήρα μια μάσκα μαύρη φουλ φέις κουκούλα και κατέβηκα να πάω στο αυτοκίνητό μου. Ξεκίνησα από το σπίτι μου μετά τις 2.30 ώρα το βράδυ. Είχαν κοιμηθεί τα παιδιά, ο άντρας μου δούλευε βράδυ, έτσι λοιπόν ήταν η ευκαιρία μου για να μη με καταλάβει κανείς. Πήγα κατευθείαν στο σπίτι της πεθεράς μου. Έμεινα στο αυτοκίνητο αρκετή ώρα γιατί φοβόμουν, γύρω στο εικοσάλεπτο. Το σκεφτόμουν ξανά και ξανά γιατί δεν έχω κάνει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο, αλλά δεν είχα άλλη λύση. Δεν ήμουν σίγουρη τι πάω να κάνω. Δεν ήξερα πώς να το κάνω. Σκεφτόμουν τι ακριβώς να κάνω για να φανεί σαν κανονική ληστεία, ότι μπήκαν δηλαδή άγνωστοι. Δεν ήθελα να τη σκοτώσω. Μόνο να πάρω τα λεφτά ήθελα», υποστήριξε ενώπιον των Αρχών και εν συνεχεία αποκάλυψε πώς παραβίασε το σπίτι.
«Αφού έσπασα το τζάμι μπήκα μέσα. Η πεθερά μου με είδε, αλλά φορούσα κουκούλα όπως σας είπα. Φορούσα και γάντια. Έψαξα για τα λεφτά, αλλά δεν τα βρήκα. Δεν ήθελα να τη σκοτώσω την πεθερά μου. Αφού δεν έβρισκα τα λεφτά, την πλησίασα και τη ρώτησα πού είναι τα λεφτά. Δεν ήθελα κάτι άλλο. Να φανταστείτε, κάτι κοσμήματα που είχε μέσα στην ντουλάπα και τα βρήκαν δεν τα πήρα. Δεν με ενδιέφερε ο εαυτός μου. Την οικογένειά μου ήθελα να βοηθήσω.
Αυτή μου απάντησε ότι δεν είχε μέσα στο σπίτι λεφτά, αλλά τότε φοβήθηκα ότι με κατάλαβε. Τρόμαξα και άρχισα να τη χτυπάω. Τη χτύπησα στο κεφάλι με ένα γυάλινο μπουκάλι που βρήκα εκεί στο δωμάτιό της. Εκείνη είχε ένα μαχαίρι δίπλα της και εγώ όταν το είδα, τρόμαξα. Πήγα στην κουζίνα και βρήκα ένα άλλο μαχαίρι και άρχισα να τη χτυπάω με αυτό, γιατί φοβήθηκα ότι πλέον ήταν σίγουρη για εμένα. Δεν θυμάμαι πόσες φορές τη χτύπησα. Προσπαθώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Λυπάμαι πάρα πολύ. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω.
Μετά από όλο αυτό πήγα σε ψυχίατρο και πλέον παίρνω φάρμακα. Εκείνο το βράδυ δεν είχα πάρει φάρμακα. Σας ξαναλέω, δεν ξέρω γιατί το έκανα. Έχω μετανιώσει για όλα. Ζητώ και πάλι συγγνώμη,η οποία ξέρω ότι δεν είναι αρκετή», κατέληξε η 46χρονη δολοφόνος.
Τώρα δεν θυμάται
Το αποκορύφωμα της ασυνέπειάς της ήρθε με την απολογία της Ροζαλίας Μπαξεβάνογλου, όπου δήλωσε ότι «δεν θυμάται» τι συνέβη, παρά το γεγονός ότι προανακριτικά είχε περιγράψει καρέ καρέ το έγκλημα.
«Αρνούμαι τις κατηγορίες που μου αποδίδονται. Είμαι σε σύγχυση, έχω κενά μνήμης, δεν θυμάμαι τίποτα. Έχω ψυχολογικά προβλήματα. Έπαιρνα πολύχρονη φαρμακευτική συνταγογράφηση, κάποια από αυτά τα φάρμακα είναι ψυχοφάρμακα.
Εγώ ήμουν έξω από το σπίτι, αλλά δεν θυμάμαι ότι προχώρησα σε αυτές τις πράξεις. Μου τα είπαν οι αστυνομικοί τόσο αναλυτικά που τα έκανα εικόνες και πίστεψα ότι έκανα την πράξη. Ήμουν εκεί, αλλά δεν θυμάμαι τίποτα περαιτέρω», είπε κατά την απολογία της.
Παρά τη μερική ομολογία της, παραμένουν ακόμη σοβαρά αναπάντητα ερωτήματα που απασχολούν τόσο τις Αρχές όσο και την οικογένεια. Πρώτον, τι απέγιναν οι 10.000 ευρώ που δηλώθηκε ότι εξαφανίστηκαν από το σπίτι της 46χρονης και του συντρόφου της; Ποιος τις πήρε και για ποιον σκοπό; Δεύτερον, υπήρχαν ή δεν υπήρχαν χρήματα στο σπίτι της 75χρονης την ημέρα της ληστείας; Αν υπήρχαν, πόσα ήταν και ποιος τα αφαίρεσε; Τα οικονομικά κίνητρα της πράξης παραμένουν θολά, αφήνοντας ανοιχτά ενδεχόμενα για τον πραγματικό λόγο πίσω από αυτή τη φρικτή δολοφονία.
Οι καταθέσεις των συγγενών
Παράλληλα, οι καταθέσεις των συγγενικών προσώπων του θύματος που αποκαλύπτει η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» αναδεικνύουν τις σκοτεινές πτυχές της φρικτής δολοφονίας της 75χρονης στη Σαλαμίνα. Ο 16χρονος εγγονός της άτυχης γυναίκας περιγράφει στην κατάθεσή του με λόγια που κόβουν την ανάσα εικόνες που θα στοιχειώνουν για πάντα την οικογένειά του. «Την αγαπούσα πάρα πολύ και δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιος να τη χτυπήσει τόσο άσχημα και όχι απλά να την κλέψει», λέει ο 16χρονος αδυνατώντας να συλλάβει το μέγεθος της βίας που δέχθηκε η γυναίκα που τον μεγάλωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, εκείνη την ημέρα ενημερώθηκε ότι η φερόμενη ως δράστις, η 46χρονη νύφη της 75χρονης, είχε βρεθεί στο σπίτι μαζί με συγγενικό πρόσωπο. «Μου είπαν ότι η 46χρονη είχε πάει μαζί με τη θεία μου στο σπίτι της γιαγιάς μου για να πιουν καφέ. Μετά από λίγη ώρα η θεία μου και η 46χρονη κάλεσαν στο τηλέφωνο του μπαμπά μου και του είπαν να τρέξουμε γρήγορα στο σπίτι της γιαγιάς μου, γιατί κάποιος είχε κλέψει και είχε χτυπήσει τη γιαγιά μου», αναφέρει και συνεχίζει:
«Τη στιγμή που μπήκα μέσα είδα τη θεία μου να βρίσκεται σε πανικό και υπερένταση. Περπατούσε πάνω – κάτω και φώναζε. Η 46χρονη ήταν το άκρως αντίθετο, είχε παγώσει με αυτό που είχε αντικρίσει», εξηγεί περιγράφοντας την εικόνα που προκαλεί ανατριχίλα. Η φρίκη, όμως, είχε και συνέχεια:
«Μπήκαμε μαζί με τον αδελφό μου στο δωμάτιο της γιαγιάς μου, το οποίο ήταν χάλια. Είχε παντού αίματα και όλα της τα πράγματα ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Είδα τη γιαγιά μου πεσμένη δίπλα από το κρεβάτι μέσα στα αίματα. Παρατήρησα ότι είχε ένα χτύπημα στο κεφάλι στο πίσω μέρος. Τότε κατάλαβα ότι είχε πεθάνει. Σε μια συρταριέρα που είχε η γιαγιά μου στο δωμάτιό της, είδα ένα μαχαίρι με αίματα».
Το ζήτημα της κάμερας
Ο ίδιος στην κατάθεσή επισημαίνει, επίσης, ότι το προηγούμενο βράδυ η 46χρονη βρισκόταν κανονικά στο σπίτι, ενώ δίνει στοιχεία και για την κάμερα του σπιτιού, η οποία βρέθηκε κλειστή τη μοιραία νύχτα: «Μέσω εφαρμογής τη χειρίζεται μόνο ο πατέρας μου από το κινητό του, αλλά οποιοσδήποτε είναι μέσα στο σπίτι μπορεί να την κλείσει και να την ανοίξει. Εγώ εκείνο το βράδυ δεν την είχα πειράξει καθόλου».
Την είχε βάλει στο στόχαστρο μήνες πριν από το φονικό…
Όπως αποκαλύπτει η «Μ», η άτυχη Στέλλα όχι μόνο κατάλαβε πως η νύφη της ήταν το μαυροντυμένο πρόσωπο που λίγα λεπτά αργότερα θα της στερούσε τη ζωή, αλλά την είχε βάλει στο στόχαστρο μήνες πριν από το φονικό. Το άγνωστο παρασκήνιο αποκάλυψε στους αστυνομικούς του Ανθρωποκτονιών η εγγονή της άτυχης γυναίκας:
«Στις 22 Σεπτέμβρη η γιαγιά μου είχε γενέθλια. Πήγα να τη δω και μου εκμυστηρεύθηκε ότι κάποιος είχε μπει σπίτι της τον Αύγουστο και της είχε κλέψει κάποια κοσμήματα και κάποιες λίρες. Μου είπε ότι είχε καλέσει και την Αστυνομία: «Της είχαν πει ότι δεν υπήρξε διάρρηξη, αλλά κάποιος από τους γνωστούς της, που έχει πρόσβαση στο σπίτι, της είχε αφαιρέσει τα λεφτά και τα κοσμήματα. Εγώ αμέσως σκέφθηκα την οικιακή βοηθό που είχε η γιαγιά μου και της το είπα. Εκείνη μου είπε ότι αποκλείεται να είναι η οικιακή βοηθός, γιατί την έχει χρόνια δίπλα της. Μου είπε ότι ξέρει ποιος τα πήρε», εξήγησε δίνοντας στους αστυνομικούς ακόμη ένα πάτημα. Στη συνέχεια πρόσθεσε:
«Τη ρώτησα ποιος ήταν και εκείνη μου απάντησε ότι υποψιάζεται τη νύφη της. Μου είπε ότι είχε μπλέξει με τον τζόγο. Επίσης μου είπε ότι η νύφη της είχε πάρει 10.000 ευρώ από τους γονείς της. Αυτά η γιαγιά μου τα είχε μάθει από τον θείο μου αλλά και τους γονείς της 46χρονης. Η γιαγιά μου ζήτησε να μην πω σε κανέναν τίποτα. Δεν ήθελα να δημιουργήσω κάποιο πρόβλημα, οπότε δεν είπα τίποτα. Δεν πίστεψα ότι μπορεί κάποιος να της κάνει κακό». Φυσικά η άτυχη γυναίκα δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί τι θα επακολουθούσε.
Τα όσα αναφέρει στην κατάθεσή της η νεαρή κοπέλα ανατρέπουν την υπόθεση και ίσως αναδεικνύουν το κίνητρο πίσω από το άγριο έγκλημα. «Ο θείος μου είχε εμπιστευθεί στη γιαγιά μου ότι θέλει να χωρίσει με τη 46χρονη. Γι’ αυτό και από το καλοκαίρι και μετά η σχέση της γιαγιάς μου με τη νύφη της δεν ήταν καλή, γιατί εκείνη πίστευε πως η γιαγιά μου ήθελε να τη χωρίσει από τον θείο μου. Κάποια στιγμή τον Ιούλιο, ενώ ήμασταν στη θάλασσα, η νύφη άρχισε να βρίζει τη γιαγιά μου και να φωνάζει».
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Σαλαμίνα – Ηχητικό ντοκουμέντο φρίκης: «Σε παρακαλώ αγόρι μου… Πάρε ό,τι θες και φύγε…»
PLUS


