Με αφορμή τις πληροφορίες ότι διαπραγματευτές των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αναμένεται να συναντηθούν αυτό το Σαββατοκύριακο στο Ισλαμαμπάντ για έναν δεύτερο γύρο συνομιλιών —με στόχο μια συμφωνία που θα προβλέπει τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποδέσμευση περίπου 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων από παγωμένα ιρανικά κεφάλαια, σε αντάλλαγμα για την παραίτηση της Τεχεράνης από το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου— επανέρχεται στο προσκήνιο το βασικό ερώτημα: ποιο είναι πραγματικά το πρόβλημα που επιχειρείται να λυθεί;
Του Νίκου Βασιλειάδη
Διότι, αν κρίνει κανείς από τον τρόπο με τον οποίο έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες το αφήγημα της «ιρανικής πυρηνικής απειλής», η συζήτηση δεν αφορά απλώς τον εμπλουτισμό ουρανίου ή τις τεχνικές παραμέτρους ενός προγράμματος. Αφορά κάτι βαθύτερο: το ποιος έχει το δικαίωμα να διαθέτει αποτρεπτική ισχύ στη Μέση Ανατολή και ποιος υποχρεούται να απολογείται για κάθε του δυνατότητα.
Το παράδοξο παραμένει εντυπωσιακό. Το μοναδικό κράτος της περιοχής που διαθέτει ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο, το Ισραήλ, παραμένει εκτός ουσιαστικού διεθνούς ελέγχου. Δεν έχει υπογράψει τη Συνθήκη Μη Διάδοσης, δεν επιτρέπει επιθεωρήσεις και δεν δίνει εξηγήσεις. Αντίθετα, το Ιράν, που κατηγορείται κυρίως για το ενδεχόμενο να αποκτήσει κάποτε πυρηνικά όπλα, βρίσκεται υπό διαρκή πίεση, κυρώσεις και στρατιωτικές απειλές.
Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τυχαία. Η «ιρανική απειλή» είναι χρήσιμη ακριβώς επειδή είναι άυλη. Δεν στηρίζεται σε αποδεδειγμένη κατοχή όπλων, αλλά σε μια διαρκή υπόθεση πρόθεσης. Το Ιράν δεν δικάζεται και δεν βομβαρδίστηκε για κάτι που έχει κάνει, αλλά για κάτι που ίσως θελήσει να κάνει. Και επειδή αυτή η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί ή να διαψευστεί οριστικά, μετατράπηκε σε μόνιμο επιχείρημα για την αναπαραγωγή της έντασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και οι διαπραγματεύσεις αποκτούν διπλή ανάγνωση. Από τη μία πλευρά, παρουσιάζονται ως προσπάθεια αποκλιμάκωσης και επιστροφής στη διπλωματία. Από την άλλη, λειτουργούν ως μηχανισμός επιβολής: το Ιράν καλείται να εγκαταλείψει κρίσιμα στοιχεία του πυρηνικού του προγράμματος, όχι επειδή αποδείχθηκε ότι τα χρησιμοποιεί για στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά για να κατευνάσει μια ανησυχία που διατηρείται ενεργή ανεξαρτήτως στοιχείων.
Το ουσιαστικό διακύβευμα, όμως, δεν είναι τα πυρηνικά. Είναι η ισορροπία ισχύος. Ένα Ιράν με αυξημένες δυνατότητες αποτροπής θα περιόριζε την ελευθερία στρατιωτικής δράσης του Ισραήλ και, κατ’ επέκταση, τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητή της περιφερειακής τάξης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πίεση παραμένει διαρκής, ανεξαρτήτως διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι το ζήτημα δεν ξεκίνησε με το πυρηνικό πρόγραμμα. Ξεκίνησε με την απόφαση του Ιράν να ακολουθήσει μια αυτόνομη πορεία, από την εθνικοποίηση του πετρελαίου μέχρι την Ισλαμική Επανάσταση. Έκτοτε, κάθε τεχνολογική ή στρατηγική του επιλογή ερμηνεύεται μέσα από αυτό το πρίσμα: όχι ως κυριαρχικό δικαίωμα, αλλά ως πιθανή απειλή.
Έτσι, η σημερινή διαπραγμάτευση δεν είναι απλώς μια συμφωνία για τον εμπλουτισμό ουρανίου. Είναι μια ακόμη πράξη σε μια μακρά διαδικασία όπου η ασφάλεια ορίζεται επιλεκτικά. Όπου ορισμένα κράτη έχουν το δικαίωμα στην ισχύ και άλλα καλούνται να αποδείξουν διαρκώς ότι δεν την επιδιώκουν.
Και όσο αυτή η αντίφαση παραμένει άλυτη, καμία συμφωνία δεν θα είναι οριστική. Γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν είναι τι έχει το Ιράν, αλλά τι του επιτρέπεται να έχει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Το Ιράν ανοίγει τα Στενά του Ορμούζ για τα εμπορικά πλοία
Όταν η διπλωματία γίνεται μπίζνα: H σύγκρουση συμφερόντων στη σύγχρονη εξουσία
PLUS


