Παγκόσμια ευαισθητοποίηση του κοινού για περισσότερη γνώση γύρω από το πολυσυστημικό αυτοάνοσο νόσημα που μπορεί να πλήξει τον καθέναν μας
Της ΣΟΦΙΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ
Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το θέμα της Παγκόσμιας Ημέρας του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (ΣΕΛ), η οποία εορτάστηκε το Σάββατο 10 Μαΐου, ήταν «Κάντε τον Λύκο αναγνωρίσιμο», με σκοπό να αυξήσει την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την έγκαιρη διάγνωση του λύκου και τις ψυχολογικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειές του.
Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) είναι χρόνιο, υποτροπιάζον, πολυσυστημικό αυτοάνοσο νόσημα. Μπορεί να αποβεί ακόμη και θανατηφόρο, αν και με τις πρόσφατες ιατρικές εξελίξεις η θνησιμότητα έχει μειωθεί αρκετά.
Όπως και με τις υπόλοιπες αυτοάνοσες παθήσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα κύτταρα και στους ιστούς του σώματος προκαλώντας φλεγμονή και ιστολογική βλάβη. Ο ΣΕΛ μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά περισσότερο συχνά προκαλεί βλάβες στην καρδιά, στις αρθρώσεις, στο δέρμα, στους πνεύμονες, στις φλέβες, στο ήπαρ, στα νεφρά και στο νευρικό σύστημα. Η πορεία της πάθησης είναι απρόβλεπτη.
Ο λύκος μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία και είναι περισσότερο συχνός στις γυναίκες. Μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί κάποια θεραπεία που να επιφέρει πλήρη ίαση της πάθησης, ωστόσο τα φάρμακα (συνήθως κορτικοστεροειδή) που χρησιμοποιούνται μπορούν να ελέγχουν τα συμπτώματα, να καθυστερούν την εξέλιξη και να προλαμβάνουν τις εξάρσεις της νόσου.
Η νόσος προσβάλλει όλες τις ηλικίες, αλλά είναι συχνότερη στις γυναίκες ηλικίας 20-45 ετών, με αναλογία γυναίκες προς άνδρες περίπου 9:1, ενώ η αναλογία στα παιδιά και στους ηλικιωμένους είναι 3:1. Η νόσος του ΣΕΛ σύμφωνα με τα κλινικά, ανοσολογικά και αιματολογικά ευρήματα διακρίνεται στον δισκοειδή (χρόνιο), στον συστημικό (οξύ) και σε μια ενδιάμεση μορφήν τον υποξύ ερυθηματώδη λύκο.
Έρευνα
Σύμφωνα με έρευνα του World Lupus Federation, το 87% των ερωτηθέντων που ζούσαν με ΣΕΛ ανέφεραν ότι η νόσος έχει επηρεάσει ένα ή περισσότερα κύρια όργανα ή συστήματα οργάνων. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι έχουν προσβληθεί πολλά όργανα.
Το δέρμα (60%) και τα οστά (45%) ήταν τα όργανα που αναφέρθηκαν συχνότερα ότι προσβλήθηκαν από τον λύκο, εκτός από άλλα όργανα και συστήματα οργάνων που έχουν προσβληθεί περισσότερο, όπως τα νεφρά (36%), το γαστρεντερικό / πεπτικό σύστημα (34%), τα μάτια (31%) και το κεντρικό νευρικό σύστημα (26%).
Οι περισσότεροι ερωτηθέντες (89%) ανέφεραν ότι η βλάβη οργάνων που σχετίζεται με τον λύκο οδήγησε σε τουλάχιστον μία σημαντική πρόκληση για την ποιότητα ζωής τους, όπως:
– Συμμετοχή σε κοινωνικές ή ψυχαγωγικές δραστηριότητες (59%).
– Προβλήματα ψυχικής υγείας (38%).
– Αδυναμία εργασίας / ανεργία (33%).
– Οικονομική ανασφάλεια (33%).
– Προβλήματα κινητικότητας ή μεταφοράς (33%).
«Ο ΣΕΛ είναι μια ασθένεια που ταλαιπωρεί 5 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Το 90% των ανθρώπων είναι γυναίκες και το 80% των διαγνώσεων γίνεται μεταξύ των ηλικιών 15-45 ετών. Δυστυχώς οι ασθενείς με ΣΕΛ λένε ότι «δεν φαίνονται άρρωστοι», ενώ στην πραγματικότητα παλεύουν με μια ασθένεια που μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε όργανο στο σώμα τους και να προκαλέσει αμέτρητα συμπτώματα και άλλες σοβαρές επιπλοκές στην υγεία τους», δήλωσε η Καίτη Αντωνοπούλου, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛΕΑΝΑ), που είναι μέλος του World Lupus Federation και του Lupus Europe.
Σχετικά με τη νόσο
Η πρώτη διάγνωση της νόσου χρονολογείται από τον Μεσαίωνα, ενώ πήρε το όνομα «λύκος» λόγω του ότι οι δερματικές αλλοιώσεις που προκαλεί μοιάζουν με δάγκωμά του.
Υπάρχουν δύο βασικές μορφές λύκου, ο δερματικός που περιορίζεται στην πρόκληση εξανθημάτων στο δέρμα και ο συστηματικός ερυθηματώδης που προσβάλλει δέρμα και αρθρώσεις, ενώ συχνά επηρεάζει και εσωτερικά όργανα (νεφροί, καρδιά κ.ά.). Έπονται ο φαρμακευτικός που προκαλείται από τη λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων και ο νεογνικός που εμφανίζεται σε νεογέννητα, των οποίων οι μητέρες πάσχουν από λύκο ή κάποιο άλλο αυτοάνοσο νόσημα.
Η αιτία του συστημικού ερυθηματώδους λύκου παραμένει άγνωστη. Γενικά θεωρείται ότι περισσότεροι από ένας παράγοντες δρουν σε συνδυασμό μεταξύ τους και προκαλείται η νόσος.
Οι παράγοντες διακρίνονται σε ανοσολογικούς, ενδοκρινικούς, ιογενείς, μικροβιακούς και γενετικούς. Τα φάρμακα ακόμη είναι δυνατόν να προκαλέσουν το σύνδρομο.
Η νόσος πιστεύεται ότι μπορεί να είναι κληρονομική γιατί νοσούν από αυτή αρκετά μέλη μιας οικογένειας ή ακόμη ότι έχει προκληθεί από κάποιον ιό που προσβάλει άτομα τα οποία έχουν προδιάθεση για την εμφάνιση της νόσου.
Εκλυτικοί παράγοντες οι οποίοι είναι δυνατόν να προκαλέσουν έναρξη, επιδείνωση ή υποτροπή της νόσου θεωρούνται η ηλιακή ακτινοβολία, η θερμότητα, το ψύχος και τα ψυχικά ή τυχαία τραύματα. Γενικά προκαλούνται αλλοιώσεις στα διάφορα όργανα από την επίδραση των ανοσοσυμπλεγμάτων.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ της Κυριακής
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Στην… πανδημία ο «λύκος» χαίρεται
PLUS


