Τι βιώνεται ως πιο επώδυνο; Η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου ή ο αποχωρισμός από ένα κατοικίδιο; Σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα, για περίπου έναν στους πέντε ανθρώπους που έχουν ζήσει και τις δύο εμπειρίες, ο θάνατος του κατοικιδίου αποδεικνύεται συναισθηματικά πιο βαρύς.
Η μελέτη καταδεικνύει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο πόνος από την απώλεια του ζώου μπορεί να είναι τόσο έντονος, ώστε να οδηγεί στην εμφάνιση διαταραχής παρατεταμένου πένθους (Prolonged Grief Disorder – PGD).
Πρόκειται για μια αναγνωρισμένη κλινική κατάσταση, κατά την οποία τα συμπτώματα του πένθους επιμένουν για τουλάχιστον έναν χρόνο μετά την απώλεια.
Όσοι πλήττονται από τη διαταραχή αυτή βιώνουν έντονη νοσταλγία για το αγαπημένο τους κατοικίδιο, αισθάνονται διαρκή έλλειψη και ανακαλούν συνεχώς στιγμές από την περίοδο που ήταν μαζί του. Οι σκέψεις αυτές επανέρχονται σχεδόν καθημερινά, επηρεάζοντας σημαντικά την ψυχική τους ισορροπία και τη λειτουργικότητα στην καθημερινή ζωή.
Η νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι παρότι αυτή η διαταραχή πιστεύεται ότι αφορά απώλεια ανθρώπων, στην πραγματικότητα μπορεί να εκδηλωθεί και μετά την απώλεια ενός κατοικιδίου.
Το πένθος τυπικά εμπεριέχει πολλά συναισθήματα, λένε οι ερευνητές. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται θυμός, άρνηση, ενοχές και θλίψη. Η διαταραχή παρατεταμένου πένθους, όμως, είναι πιο σοβαρή. Και αυτό διότι εμποδίζει τον πάσχοντα να λειτουργήσει.
Τα αποτελέσματα της νέας μελέτης:
Τα νέα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση PLoS One. Επιστήμονες από το Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Maynooth στην Ιρλανδία, ζήτησαν από 975 εθελοντές να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια για τις απώλειες που είχαν βιώσει στη ζωή τους. Τους έθεσαν επίσης ερωτήματα που αφορούσαν τη διαταραχή παρατεταμένου πένθους.
Σχεδόν όλοι είχαν βιώσει την απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου. Ωστόσο το ένα τρίτο (ποσοστό 32,6%) είχαν χάσει και ένα κατοικίδιο.
Το 21% όσων είχαν βιώσει διπλή απώλεια, είπαν ότι ο χαμός του ζώου ήταν πιο δυσβάσταχτος. Μάλιστα το 7,5% πληρούσαν τα κριτήρια της διαταραχής παρατεταμένου πένθους. Το ποσοστό αυτό ήταν παρόμοιο με εκείνο σε όσους δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν την απώλεια ενός φίλου (7,8%) ή ενός συγγενούς δεύτερου βαθμού (8,3%).
Μόνον η απώλεια ενός γονιού (11,2%) ή, χειρότερα ακόμα, ενός παιδιού (21,3%) προκαλούσε αισθητά συχνότερα διαταραχή παρατεταμένου πένθους.
Συνολικά, απ’ όσους συμμετέχοντες έπασχαν από διαταραχή παρατεταμένου πένθους, το 8,1% την είχαν επειδή είχαν χάσει το κατοικίδιό τους. Επομένως, ένα στα 12 κρούσματα της διαταραχής οφείλονται στον οριστικό αποχωρισμό από κατοικίδιο. Εν τούτοις, τα κατοικίδια δεν συμπεριλαμβάνονται στον ορισμό της διαταραχής παρατεταμένου πένθους, επισημαίνουν οι ερευνητές.
Η μελέτη έδειξε ακόμα πως είχαν βιώσει την απώλεια του τετράποδου φίλου τους, είχαν 27% περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν συμπτώματα της διαταραχής, έναντι όσων δεν έχουν ανάλογο βίωμα. Αντίστοιχα, οι πιθανότητες είναι 31% περισσότερες με την απώλεια ενός γονιού και 21% με την απώλεια ενός αδελφού!
Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι πολλοί ιδιοκτήτες κατοικιδίων δεν υπερβάλλουν όταν λένε πως νιώθουν το κατοικίδιό τους ως οικογένεια, λένε οι ερευνητές. Μοιραία λοιπόν βιώνουν την απώλειά του με τον ίδιο τρόπο.
Η διαφορά είναι ότι σε αυτό το πένθος δύσκολα βρίσκουν κατανόηση και στήριξη από τον οικογενειακό ή/και κοινωνικό τους περίγυρο. Και αυτό αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για διαταραχή παρατεταμένου πένθους.
Επιπλέον, πολλοί συμμετέχοντες δήλωσαν πως ντρέπονται να μοιραστούν τα συναισθήματά τους. Αυτό όμως αυξάνει τον κίνδυνο απομόνωσης και μπορεί να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την διαχείριση της απώλειας, ανοίγοντας τον δρόμο στην διαταραχή παρατεταμένου πένθους.
PLUS


