Ο Giorgio Armani, που απεβίωσε στις 4 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 91 ετών, άφησε πίσω του δύο διαθήκες, μία ημερομηνίας 15 Μαρτίου και μία 5 Απριλίου, οι οποίες δόθηκαν στη δημοσιότητα το πρωί της Παρασκευής 12 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με αυτές, το ομώνυμο ίδρυμά του θα αναλάβει τη διαχείριση του οίκου μόδας Giorgio Armani SpA.
Η διαθήκη προβλέπει ότι, μετά από 12 έως 18 μήνες από το άνοιγμά της, θα πρέπει να πωληθεί ποσοστό 15% της εταιρείας είτε στην LVMH, είτε στην EssilorLuxottica, είτε στην L’Oréal. Τρία έως πέντε χρόνια αργότερα, προβλέπεται η πώληση επιπλέον ποσοστού 30% έως 54,9% στον ίδιο αγοραστή. Εναλλακτικά, η εταιρεία μπορεί να στραφεί σε δημόσια εγγραφή (IPO).
Προτεραιότητα θα δοθεί στον όμιλο πολυτελείας LVMH, τον οποίο ελέγχει ο Bernard Arnault, στη L’Oréal ή στην EssilorLuxottica, με την οποία ο οίκος Armani διατηρεί εμπορικές σχέσεις. Επιπλέον, οι κληρονόμοι θα εξετάσουν και άλλες εταιρείες μόδας και πολυτελών ειδών με τις οποίες συνεργάζεται ο οίκος.
Ο Giorgio Armani υπήρξε μοναδικός κύριος μέτοχος της εταιρείας, την οποία ίδρυσε τη δεκαετία του 1970 μαζί με τον σύντροφό του Sergio Galeotti. Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του διατήρησε αυστηρό έλεγχο στη διοίκηση και στη δημιουργική κατεύθυνση της εταιρείας, απορρίπτοντας επανειλημμένα προτάσεις ένταξης σε μεγάλους ομίλους πολυτελείας. Ο ίδιος περιέγραφε την ανεξαρτησία του brand ως «μια θεμελιώδη αξία».
Ο οίκος Armani κατέγραψε πέρυσι έσοδα ύψους 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ και έχει επεκταθεί στον χώρο των ξενοδοχείων, των εστιατορίων, των νυχτερινών κέντρων, των καλλυντικών, της σοκολατοποιίας και της ανθοκομίας.
Σε συνέντευξή του στους Financial Times λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, ο Armani είχε δηλώσει ότι τα σχέδια διαδοχής του περιλάμβαναν «μια σταδιακή μετάβαση των ευθυνών προς εκείνους που βρίσκονται πιο κοντά μου… όπως ο Leo Dell’Orco, τα μέλη της οικογένειάς μου και ολόκληρη η ομάδα εργασίας». Στόχος του ήταν «η διαδοχή να είναι οργανική και όχι μια στιγμή ρήξης».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Πολωνία – Τουσκ: Η ρωσική επίθεση με drones δεν ήταν λάθος, διαφωνία με τον Τραμπ
PLUS


