Γονική αποξένωση, επανένωση και παιδί – Πότε η λύση γίνεται πρόβλημα

Η επανένωση παιδιού και γονέα ακούγεται συχνά σαν κάτι αυτονόητα καλό. Σαν ένας στόχος που όλοι υποτίθεται ότι θέλουμε. Στην πράξη όμως, η επανένωση δεν είναι ούτε απλή ούτε πάντα σωστή.

Και σίγουρα δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να εφαρμόζεται μηχανικά, χωρίς γνώση, χωρίς διάκριση και χωρίς πραγματική κατανόηση του τι έχει προηγηθεί.

γράφει η Ευγενία Νικ. Παπαδοπούλου

Όταν μιλάμε για γονική αποξένωση, αναφερόμαστε σε σχέσεις που έχουν ήδη τραυματιστεί. Μιλάμε για παιδιά που έχουν βρεθεί στη μέση συγκρούσεων, πιέσεων, φόβου, ενοχών και αντιφατικών μηνυμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η επανένωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λύση από μόνη της. Είναι αποτέλεσμα μιας σωστής διαδικασίας. Όταν επιχειρείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική διερεύνηση της ασφάλειας και των σχέσεων, η επανένωση συνήθως αποτυγχάνει.

Το πρώτο και βασικό ερώτημα που οφείλουν να θέτουν οι θεσμοί και οι επαγγελματίες πριν από οποιαδήποτε σκέψη επανένωσης είναι ένα. Είναι το παιδί ασφαλές. Όχι θεωρητικά, όχι στα χαρτιά, αλλά στην πραγματική του καθημερινότητα. Η ασφάλεια δεν αφορά μόνο τη σωματική βία. Αφορά και τον φόβο, την πίεση, τον εξαναγκασμό, τη συναισθηματική σύγχυση. Αν αυτό δεν έχει διερευνηθεί σοβαρά, η επανένωση δεν είναι θεραπευτική παρέμβαση αποκατάστασης. Είναι ρίσκο.

Ένα δεύτερο σημείο που συχνά παρεξηγείται αφορά την άρνηση του παιδιού να έρθει σε επαφή με τον έναν γονέα. Ένα παιδί που αρνείται ή αντιστέκεται στην επικοινωνία ή τη συνάντηση με έναν γονέα δεν εξηγεί από μόνο του τι συμβαίνει στη σχέση. Η άρνηση αυτή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το παιδί χειραγωγείται από τον άλλον γονέα, όπως επίσης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος από τον γονέα που απορρίπτεται. Η άρνηση του παιδιού αποτελεί σύμπτωμα και όχι διάγνωση και απαιτεί διερεύνηση. Χρειάζεται χρόνος, συστηματική παρατήρηση και επαρκή γνώση των οικογενειακών δυναμικών για να κατανοηθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Όταν οι επαγγελματίες σπεύδουν να ερμηνεύσουν την άρνηση του παιδιού χωρίς αυτή τη διερεύνηση, τα συμπεράσματα είναι συχνά λανθασμένα και οι συνέπειες βαραίνουν το ίδιο το παιδί.

Σε συνθήκες παρατεταμένης σύγκρουσης, είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη ότι η εμπειρία και η μνήμη του παιδιού μπορεί να έχουν διαμορφωθεί μέσα από επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις, συναισθηματική φόρτιση και ανάγκη ταύτισης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη τη σοβαρή, πολυεπίπεδη και χρονικά συνεπή διερεύνηση πριν από οποιαδήποτε παρέμβαση.

Η επανένωση, για να έχει νόημα και να μην εξελιχθεί σε νέα μορφή πίεσης προς το παιδί, οφείλει να έρχεται μόνο αφού έχουν αποτυπωθεί με σαφήνεια οι δυναμικές που προηγήθηκαν. Ποιος ενήλικας έκανε τι. Για πόσο χρονικό διάστημα. Με ποια ένταση και με ποια επαναληψιμότητα. Πώς αυτές οι συμπεριφορές επηρέασαν το παιδί στη συναισθηματική του ασφάλεια, στη συμπεριφορά του και στη σχέση του με τον γονέα που απορρίφθηκε. Η αποτύπωση αυτή αποτελεί προϋπόθεση και όχι τυπική διαδικασία.

Ο ρόλος του δικαστή είναι να θέτει το νομικό πλαίσιο και να διασφαλίζει το συμφέρον του παιδιού. Δεν είναι να σχεδιάζει, ούτε να υλοποιεί επανένωση. Η επανένωση ως διαδικασία αποκατάστασης δεν είναι δικαστική πράξη. Είναι σύνθετη θεραπευτική και συστημική εργασία, η οποία ανήκει στην ευθύνη εξειδικευμένων επαγγελματιών ψυχικής υγείας με γνώση του φαινομένου της γονικής αποξένωσης.

Η εργασία αυτή δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά ή μονοπρόσωπα. Απαιτεί σαφή ορισμό ρόλων, συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών, κοινή γλώσσα και συνεχή αξιολόγηση της πορείας. Όταν δεν υπάρχει αυτή η συνέργεια και η επανένωση αντιμετωπίζεται ως απλή συμμόρφωση σε δικαστική εντολή, παύει να είναι αποκατάσταση σχέσης και μετατρέπεται σε εξαναγκασμό.

Χωρίς αυτή την προεργασία και χωρίς ξεκάθαρη κατανομή ευθυνών, η επανένωση μεταφέρει όλο το βάρος στο παιδί. Του ζητά να αντέξει και να προσαρμοστεί, ενώ οι συμπεριφορές των ενηλίκων και το πλαίσιο που προκάλεσε τη ρήξη παραμένουν αμετάβλητα. Σε αυτές τις συνθήκες, η επανένωση δεν αποκαθιστά τη σχέση. Την επιβαρύνει.

Εδώ εμφανίζεται μια σοβαρή ευθύνη των επαγγελματιών. Όσων αξιολογούν, γνωμοδοτούν, εισηγούνται. Η γνώμη τους δεν είναι απλώς άποψη. Είναι πράξη με συνέπειες. Όταν εκφέρεται χωρίς επαρκή γνώση του φαινομένου της γονικής αποξένωσης, χωρίς σαφή διάκριση ανάμεσα στην αδικαιολόγητη απομάκρυνση και την προστατευτική απομάκρυνση, τότε δεν είναι απλώς ανεπαρκής. Είναι επικίνδυνη. Το να γνωμοδοτεί ένας ειδικός ψυχικής υγείας, χωρίς να έχει κατανοήσει τις σύνθετες δυναμικές, να χρησιμοποιεί γενικόλογες διατυπώσεις ή έτοιμα σχήματα, δημιουργεί αποφάσεις που παγιώνουν τη βλάβη αντί να την αποκαθιστούν.

Η επανένωση δεν είναι μια συναισθηματική σκηνή συμφιλίωσης. Δεν είναι γρήγορη. Δεν είναι πάντα εφικτή στον χρόνο που θα θέλαμε. Όταν γίνεται σωστά, είναι σταδιακή, προσεκτική και απαιτεί αλλαγή συμπεριφορών από τους ενήλικες. Όχι προσαρμογή του παιδιού. Όταν γίνεται λάθος, μοιάζει οργανωμένη και τακτοποιημένη στα χαρτιά, αλλά αφήνει πίσω της περισσότερη σύγχυση, φόβο ή απόσυρση.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κατεύθυνση είναι ξεκάθαρη. Πρώτα ασφάλεια. Μετά κατανόηση των λόγων αντίστασης ή άρνησης του παιδιού. Και μόνο στη συνέχεια σχεδιασμός παρεμβάσεων. Η επανένωση δεν είναι το πρώτο βήμα. Είναι το τελευταίο. Όταν αυτή η σειρά αντιστρέφεται, το παιδί πληρώνει το τίμημα.

Το πρόβλημα, στην πράξη, δεν περιορίζεται σε γνωματεύσεις ειδικών ή σε αποφάσεις δικαστών, αλλά στον τρόπο με τον οποίο συνολικά διαχειρίζονται θεσμοί και ειδικοί ψυχικής υγείας τις υποθέσεις που αφορούν σε αποξενωμένα παιδιά και οικογενειακές ρήξεις. Όταν η διαχείριση γίνεται αποσπασματικά, χωρίς κοινό πλαίσιο, χωρίς σαφή ακολουθία βημάτων και χωρίς συντονισμό μεταξύ θεσμών και επαγγελματιών, τότε ακόμη και οι σωστές προθέσεις οδηγούν σε λανθασμένα αποτελέσματα.

Η αντιστροφή της σειράς, παρεμβάσεις πριν από την ασφάλεια, επανένωση πριν από την κατανόηση, αποφάσεις πριν από την ουσιαστική αποτύπωση της πραγματικότητας του παιδιού, δεν είναι απλώς οργανωτική αστοχία. Είναι διαχείριση που παράγει βλάβη.

Η επανένωση παιδιού και γονέα δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μια σοβαρή πράξη που απαιτεί γνώση, χρόνο, διάκριση και ευθύνη. Όταν γίνεται χωρίς αυτά, δεν θεραπεύει. Προσθέτει τραύμα. Το παιδί προστατεύεται όχι από τις καλές προθέσεις, αλλά από την ακρίβεια και την ευθύνη όσων αποφασίζουν για τη ζωή του.

Ευγενία Νικ. Παπαδοπούλου, είναι Ψυχοθεραπεύτρια, Οικογενειακή Συστημική θεραπεύτρια

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Βροχή και μποτιλιάρισμα: Κηφισός «κολλημένος», καθυστερήσεις έως 25’ στην Αττική Οδό

«Δεν το πίστευα!» – Η στιγμή που ο Ρόμπι Γουίλιαμς έκανε μια 94χρονη να δακρύσει



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ