Η διπλωματία της φωτογραφίας και τα όρια του ρεαλισμού Γιατί η Άγκυρα δεν αναμένει τομές από τις συνομιλίες Μητσοτάκη – Ερντογάν

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα παρουσιάστηκε ως ακόμη ένα βήμα στην προσπάθεια «εξομάλυνσης» των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στο επίπεδο της ρητορικής, οι δύο πλευρές επιβεβαίωσαν την ανάγκη διατήρησης ανοιχτών διαύλων, προώθησης της οικονομικής συνεργασίας και ενίσχυσης ενός λεγόμενου «θετικού προγράμματος». Ωστόσο, πίσω από τις προσεκτικά διατυπωμένες δηλώσεις και τις εικόνες διπλωματικής ευγένειας, η τουρκική πολιτική και αναλυτική σκέψη εμφανίζεται συγκρατημένη έως και απαισιόδοξη ως προς τις δυνατότητες ουσιαστικής προόδου.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Η επιφυλακτικότητα της Άγκυρας δεν εδράζεται μόνο σε συγκυριακές εντάσεις, αλλά σε μια βαθύτερη εκτίμηση: ότι οι συνομιλίες διεξάγονται εντός ενός πλαισίου όπου τα δομικά αίτια της σύγκρουσης παραμένουν ανέγγιχτα.

1. Ιστορικά «διαιωνιζόμενα» προβλήματα

Σύμφωνα με την Τουρκία, τα βασικά ζητήματα που χωρίζουν Αθήνα και Άγκυρα —όπως τα σύνορα Αιγαίου, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και των Μονάδων Οικονομικής Ζώνης, οι κανόνες για τα FIR και η μη αφοπλισμένη κατάσταση συγκεκριμένων νησιών— δεν είναι απλώς «διμερή θέματα», αλλά και ενσωματωμένα σε διαφορετικές ερμηνείες συνθηκών, διεθνούς δικαίου και συμφερόντων. Για την Τουρκία, αυτά τα ζητήματα αφορούν άμεσα την εθνική της κυριαρχία και τα θεμελιώδη δικαιώματα στη θάλασσα, και δεν μπορούν να επιλυθούν με γενικές πολιτικές διακηρύξεις.

2. Αντιφατικές ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου

Ένα κεντρικό σημείο είναι η διαφορετική προσέγγιση στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS). Η Ελλάδα, που είναι μέρος της Σύμβασης του 1982, έχει δηλώσει το δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα σε 12 ναυτικά μίλια. Η Τουρκία, όμως, δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη ίδια σύμβαση και θεωρεί ότι μια τέτοια επέκταση θα δημιουργούσε στρατηγική ασφυξία στη δική της πρόσβαση στο Αιγαίο. Η Άγκυρα μάλιστα έχει χαρακτηρίσει αυτή την ενδεχόμενη ενέργεια «casus belli» (αιτία πολέμου). Αυτό περιπλέκει οποιαδήποτε συζήτηση, γιατί αγγίζει την ίδια τη φύση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των δύο κρατών.

3. Συνολικό πολιτικό πλαίσιο και εμπιστοσύνη

Για την Τουρκία η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει χαμηλή, παρά τα φιλικά πρωτόκολλα. Με την  Ελλάδα να έχει επιδιώξει —σε διεθνείς και ευρωπαϊκούς χώρους— να ενισχύσει τη συνεργασία της με χώρες όπως η Κύπρος και το Ισραήλ σε θέματα ενέργειας και ασφάλειας,  η Τουρκία το αντιλαμβάνεται ως προσπάθεια περιορισμού της δικής της περιφερειακής επιρροής. Ενώ οι συζητήσεις για «θετικό πρόγραμμα» προσφέρουν μια ατζέντα χωρίς αμφισβητούμενα θέματα, για την Τουρκία η ουσία θα παραμένει στα θέματα εκείνα που έχουν αποφευχθεί εδώ και δεκαετίες.

4. Προσπάθεια εξισορρόπησης εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων

Η Άγκυρα βλέπει επίσης πως η Αθήνα, μερικές φορές, χρησιμοποιεί τις διμερείς εντάσεις για να ενισχύσει την εσωτερική πολιτική της θέση ή να αυξήσει την ευρωπαϊκή στήριξη σε περιφερειακά ζητήματα. Από την τουρκική οπτική, αυτό σημαίνει ότι οι συνομιλίες σε υψηλό επίπεδο δεν αντιμετωπίζουν πραγματικά τις ρίζες των διαφορών, αλλά λειτουργούν περισσότερο ως δήλωση καλής θέλησης χωρίς δεσμευτικό αποτέλεσμα.

Διάλογος χωρίς σύγκλιση

Η τουρκική εκτίμηση ότι οι συνομιλίες Μητσοτάκη – Ερντογάν δεν μπορούν να φέρουν «σημαντικά αποτελέσματα» δεν σημαίνει απόρριψη του διαλόγου. Αντιθέτως, η διατήρηση των επαφών θεωρείται απαραίτητη για την αποτροπή κλιμάκωσης. Όμως άλλο η διαχείριση εντάσεων και άλλο η επίλυση διαφορών.

Για την Τουρκική εξωτερική πολιτική για να  υπάρξει ουσιαστική πρόοδος, θα απαιτούνταν είτε μια βαθιά πολιτική απόφαση αμοιβαίων υποχωρήσεων είτε μια εξωτερική ώθηση που θα αναδιαμόρφωνε τα κίνητρα και για τις δύο πλευρές. Όμως σήμερα, καμία από τις δύο προϋποθέσεις δεν φαίνεται ώριμη.

Έτσι, η συνάντηση στην Άγκυρα εγγράφεται σε μια μακρά αλυσίδα διπλωματικών επαφών που επιβεβαιώνουν τη βούληση συνύπαρξης χωρίς να επιλύουν τις αιτίες της καχυποψίας. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η γεωγραφία επιβάλλει τη γειτνίαση αλλά η ιστορία βαραίνει τη μνήμη, η ειρήνη διατηρείται συχνά όχι μέσω συμφωνιών, αλλά μέσω ισορροπιών. Και οι ισορροπίες, από τη φύση τους, δεν παράγουν θεαματικά αποτελέσματα — παρά μόνο εύθραυστη σταθερότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Στην Άγκυρα ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ – «Αν όχι τώρα, πότε;»



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ