Η Ευρώπη τρώει ό,τι απαγορεύεται να καλλιεργεί: Από την πολωνική «ανταρσία» στα κοτόπουλα με σαλμονέλα της Mercosur

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η γεωργία παρουσιάζεται ως υπόδειγμα κανόνων, ελέγχων και υψηλών προτύπων. Ένα οικοδόμημα που υπόσχεται στον καταναλωτή ασφάλεια και στον παραγωγό σταθερότητα. Μόνο που, όπως συμβαίνει συχνά με τα μεγάλα αφηγήματα, η πραγματικότητα αρχίζει να ξεφτίζει από τις άκρες. Και αυτές τις μέρες, οι άκρες αυτές έχουν γεύση φυτοφαρμάκου και οσμή σαλμονέλας.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Η απόφαση της Πολωνίας να απαγορεύσει προσωρινά την εισαγωγή φρούτων και λαχανικών που περιέχουν ίχνη συγκεκριμένων απαγορευμένων φυτοφαρμάκων δεν είναι απλώς μια τεχνική παρέμβαση. Είναι μια πολιτική πράξη. Μια κίνηση που στοχεύει ευθέως τις Βρυξέλλες και την πολιτική τους ανοχή απέναντι σε τρόφιμα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να παραχθούν εντός της Ένωσης.

Με άλλα λόγια, η Βαρσοβία κάνει κάτι που σπάνια λέγεται ανοιχτά: υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Από τη μία, απαγορεύει στους δικούς της αγρότες τη χρήση δεκάδων ουσιών για λόγους υγείας και περιβάλλοντος. Από την άλλη, επιτρέπει την εισαγωγή προϊόντων που φέρουν τα κατάλοιπα αυτών ακριβώς των ουσιών.

Η πολωνική απαγόρευση, που αφορά συγκεκριμένα δραστικά συστατικά όπως το carbendazim και το benomyl, δεν είναι τυχαία. Είναι στοχευμένη, σχεδόν διδακτική. Σαν να λέει: «Αν αυτά δεν είναι αποδεκτά για εμάς, γιατί να είναι αποδεκτά για ό,τι τρώμε;».

Και κάπου εδώ, η υπόθεση παύει να είναι αγροτική και γίνεται βαθιά πολιτική. Διότι αυτό που αμφισβητείται δεν είναι μια τεχνική ρύθμιση, αλλά η ίδια η συνοχή της ευρωπαϊκής αγοράς. Αν κάθε κράτος αρχίσει να απαγορεύει ό,τι θεωρεί επικίνδυνο, το κοινό πλαίσιο καταρρέει. Αν όμως δεν το κάνει, τότε αποδέχεται σιωπηρά ένα σύστημα που εκθέτει τους καταναλωτές του.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, βρίσκεται σε μια άβολη θέση. Επί χρόνια υποστηρίζει ότι δεν έχει τη νομική δυνατότητα να απαγορεύσει πλήρως τα υπολείμματα απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στα εισαγόμενα προϊόντα. Μόνο που πρόσφατες νομικές γνωμοδοτήσεις δείχνουν το αντίθετο: ότι δηλαδή η Επιτροπή έχει αυτή τη δυνατότητα, αλλά δεν την ασκεί.

Η Πολωνία, λοιπόν, δεν απλώς διαφωνεί. Εκθέτει.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η συζήτηση παίρνει ακόμη πιο δυσάρεστη τροπή με την υπόθεση της Mercosur. Εκεί όπου το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα φυτοφάρμακα, αλλά και η ίδια η υγειονομική ασφάλεια.

Στην Ελλάδα, έλεγχοι σε εισαγόμενα κατεψυγμένα κοτόπουλα από τη Βραζιλία αποκάλυψαν ότι περίπου το 80% ήταν μολυσμένα με σαλμονέλα, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται γεωτεχνικοί. Πρόκειται για ποσοστό που, σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό πλαίσιο, θα οδηγούσε σε άμεση απαγόρευση.

Και όμως, αυτά τα προϊόντα έφτασαν στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η αντίφαση γίνεται σχεδόν σουρεαλιστική. Από τη μία, οι ευρωπαίοι παραγωγοί υποχρεώνονται να τηρούν εξαιρετικά αυστηρά πρωτόκολλα για τη σαλμονέλα, την ευζωία των ζώων και τη χρήση αντιβιοτικών. Από την άλλη, εισαγόμενα προϊόντα από χώρες της Mercosur κατηγορούνται ότι δεν πληρούν τα ίδια πρότυπα, δημιουργώντας έναν άνισο ανταγωνισμό — και, κυρίως, ένα σοβαρό κενό ασφάλειας.

Αυτό το «κενό» δεν είναι απλώς τεχνικό. Είναι πολιτικό και οικονομικό. Διότι πίσω από τη συζήτηση για τα πρότυπα κρύβεται η λογική της ελεύθερης αγοράς: φθηνότερα προϊόντα, μεγαλύτερος ανταγωνισμός, περισσότερες επιλογές για τον καταναλωτή. Μόνο που αυτές οι «επιλογές» έχουν συχνά ένα κόστος που δεν φαίνεται στην τιμή.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει ταυτόχρονα να είναι πρωταθλήτρια στα πρότυπα και πρωταγωνίστρια στο παγκόσμιο εμπόριο. Να προστατεύει τους πολίτες της και να ανοίγει αγορές. Να επιβάλλει κανόνες και να τους χαλαρώνει όταν πρόκειται για εισαγωγές.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που μοιάζει ολοένα και πιο αντιφατικό. Οι αγρότες διαμαρτύρονται για αθέμιτο ανταγωνισμό. Οι καταναλωτές ανησυχούν για την ποιότητα των τροφίμων. Και τα κράτη-μέλη αρχίζουν να παίρνουν πρωτοβουλίες εκτός κοινού πλαισίου.

Η Πολωνία δεν είναι η πρώτη που το κάνει. Ούτε θα είναι η τελευταία. Αυτό που αλλάζει είναι η ένταση. Διότι η σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο τις τιμές ή τις επιδοτήσεις, αλλά την ίδια την εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό σύστημα τροφίμων.

Και όταν αυτή η εμπιστοσύνη αρχίζει να διαβρώνεται, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην αγορά. Αγγίζουν την πολιτική συνοχή της Ένωσης.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι απλή, σχεδόν ωμή: μια Ευρώπη που απαγορεύει στους δικούς της παραγωγούς ό,τι επιτρέπει στους ξένους. Μια αγορά που υπόσχεται ασφάλεια αλλά εισάγει ρίσκο. Ένα σύστημα που βασίζεται στους κανόνες — εκτός αν αυτοί εμποδίζουν το εμπόριο.

Και κάπου ανάμεσα σε φυτοφάρμακα και σαλμονέλα, το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο: δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να επιβάλει τα πρότυπά της. Είναι αν θέλει πραγματικά να το κάνει.

Γιατί αν δεν το θέλει, τότε η αγορά θα συνεχίσει να γεμίζει. Απλώς όχι με αυτό που υπόσχεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Όταν η στρατηγική της von der Leyen «πηγαίνει νότια»: Το μέλλον της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur και η γεωπολιτική της ΕΕ

Με 14 αιτήματα και τη Mercosur στο «πακέτο» οι αγρότες στο Μαξίμου



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ