Υπάρχει κάτι παράξενο στις εικόνες που έρχονται αυτές τις ημέρες από τη Μέση Ανατολή. Στην Ουάσιγκτον, ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία με το Ιράν ως μια ιστορική διπλωματική επιτυχία, ίσως τη σημαντικότερη της δεύτερης προεδρίας του. Στην Τεχεράνη, κυβερνητικοί αξιωματούχοι μιλούν για μια εξέλιξη που επιβεβαιώνει ότι η στρατηγική αντοχής απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις απέδωσε καρπούς. Οι αγορές αντιδρούν θετικά, οι τιμές του πετρελαίου υποχωρούν και οι διεθνείς αναλυτές αναζητούν τα πρώτα σημάδια μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Κι όμως, πίσω από τις επίσημες δηλώσεις, οι βασικοί πρωταγωνιστές της περιοχής συμπεριφέρονται σαν να προετοιμάζονται ήδη για την επόμενη σύγκρουση.
Αυτή είναι η αντίφαση που καθιστά τη συμφωνία πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ό,τι φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Διότι το ζήτημα δεν είναι αν υπεγράφη ένα διπλωματικό κείμενο ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Το ζήτημα είναι ότι σχεδόν κανένα από τα στρατηγικά προβλήματα που οδήγησαν την περιοχή στο χείλος της ανάφλεξης δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκεται στο Ισραήλ. Ενώ η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάζει τη συμφωνία ως αφετηρία μιας ευρύτερης αποκλιμάκωσης, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου συνεχίζει να μιλά με όρους που θυμίζουν περισσότερο προετοιμασία για μακροχρόνια αντιπαράθεση παρά προσαρμογή σε μια νέα ειρηνική πραγματικότητα. Οι δηλώσεις του μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας δεν επικεντρώθηκαν στην ευκαιρία που δημιουργείται αλλά στην ανάγκη συνέχισης της πίεσης απέναντι στο Ιράν και στους συμμάχους του. Ακόμη πιο αποκαλυπτική υπήρξε η επιμονή του ότι το Ισραήλ διατηρεί πλήρη ελευθερία δράσης για την προστασία της ασφάλειάς του, μια διατύπωση που ερμηνεύθηκε από πολλούς αναλυτές ως μήνυμα ότι η Ιερουσαλήμ δεν θεωρεί πως η στρατηγική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη έχει τελειώσει.
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς προϊόν δυσπιστίας. Αντανακλά μια βαθύτερη πραγματικότητα. Για περισσότερο από μία δεκαετία, το ισραηλινό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο οικοδόμησε ολόκληρη τη στρατηγική του πάνω στην παραδοχή ότι το Ιράν αποτελεί τη σημαντικότερη απειλή για την περιφερειακή ισορροπία. Μια συμφωνία που παγώνει προσωρινά την κρίση δεν αρκεί για να ανατρέψει αυτή τη θεώρηση του κόσμου.
Το ίδιο ισχύει και στην Τεχεράνη. Παρά τους πανηγυρισμούς, η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται εξαιρετικά προσεκτική. Οι δηλώσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι το καθεστώς αντιμετωπίζει τη συμφωνία ως εργαλείο τακτικής και όχι ως στρατηγική μεταστροφή. Ιρανοί αξιωματούχοι εξακολουθούν να επιμένουν ότι δεν έχει νόημα οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη συμφωνία με την Ουάσιγκτον εάν το Ισραήλ διατηρήσει την ελευθερία να πραγματοποιεί στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Πίσω από τη διπλωματική γλώσσα κρύβεται ένα απλό μήνυμα: η Τεχεράνη δεν θεωρεί ότι η βασική πηγή της έντασης έχει εξαφανιστεί.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σημερινή συγκυρία τόσο εύθραυστη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν και το Ισραήλ μπορεί να έχουν συμφωνήσει να αποφύγουν μια άμεση σύγκρουση, όμως εξακολουθούν να διαφωνούν για το ποια είναι η φύση του προβλήματος που προσπαθούν να λύσουν.
Για την Ουάσιγκτον, η προτεραιότητα είναι η αποφυγή ενός νέου πολέμου που θα μπορούσε να εκτινάξει τις τιμές της ενέργειας, να αποσταθεροποιήσει τις διεθνείς αγορές και να παρασύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια ακόμη στρατιωτική περιπέτεια στη Μέση Ανατολή. Για το Ισραήλ, το βασικό ζήτημα παραμένει η ιρανική επιρροή που εκτείνεται από τον Λίβανο μέχρι τη Συρία και το Ιράκ. Για την Τεχεράνη, το κεντρικό πρόβλημα είναι η διατήρηση της αποτρεπτικής της ισχύος απέναντι σε μια συμμαχία που θεωρεί εχθρική.
Η συμφωνία δεν γεφυρώνει αυτές τις αντιλήψεις. Τις αναβάλλει.
Και αυτό ίσως εξηγεί γιατί αρκετοί διπλωμάτες αντιμετωπίζουν τους πανηγυρισμούς με αξιοσημείωτη επιφύλαξη. Στη Μέση Ανατολή, οι συμφωνίες που επιβιώνουν δεν είναι εκείνες που απλώς σταματούν μια κρίση. Είναι εκείνες που δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο ισορροπίας μέσα στο οποίο οι βασικοί παίκτες αισθάνονται ότι εξυπηρετούνται τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο.
Ίσως μάλιστα η πιο αποκαλυπτική εικόνα να μην προέρχεται ούτε από την Ουάσιγκτον ούτε από την Τεχεράνη αλλά από τα σύνορα του Λιβάνου. Εκεί όπου η στρατιωτική παρουσία παραμένει ισχυρή, οι πολιτικές ηγεσίες συνεχίζουν να μιλούν για απειλές και αποτροπή και κανείς δεν συμπεριφέρεται σαν να πιστεύει πραγματικά ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια νέα εποχή ειρήνης. Οι στρατοί δεν αποσύρονται. Τα δόγματα ασφαλείας δεν αλλάζουν. Οι συμμαχίες παραμένουν άθικτες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία είναι ασήμαντη. Κάθε άλλο. Μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική εάν αποτελέσει την αρχή μιας μακρύτερης διαδικασίας αποκλιμάκωσης. Ωστόσο, η σημασία της βρίσκεται περισσότερο σε αυτό που αποτρέπει σήμερα παρά σε αυτό που δημιουργεί για το αύριο.
Ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να παρουσιάζει τη συμφωνία ως διπλωματικό θρίαμβο. Το ερώτημα είναι αν η Μέση Ανατολή συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του. Μέχρι στιγμής, οι κινήσεις των βασικών παικτών υποδηλώνουν κάτι διαφορετικό. Υποδηλώνουν ότι η κρίση μπορεί να έχει παγώσει προσωρινά, αλλά κανείς δεν είναι ακόμη έτοιμος να συμπεριφερθεί σαν να έχει τελειώσει. Και στην ιστορία της περιοχής, αυτή η διαφορά αποδεικνύεται συχνά πολύ σημαντικότερη από οποιοδήποτε κείμενο συμφωνίας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η «ειρήνη» Τραμπ με το Ιράν: συμφωνία με υπογραφές, αλλά όχι ακόμη με λύσεις
PLUS


