Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε reality show και η πραγματικότητα αρνείται να ακολουθήσει το σενάριο
Του Νίκου Βασιλειάδη
Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν χτίζεις ολόκληρη την πολιτική σου καριέρα πάνω στην εικόνα του αλάνθαστου νικητή. Κάποια στιγμή εμφανίζεται η πραγματικότητα και σου ζητά τον λογαριασμό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη στιγμή.
Μετά από μήνες θριαμβολογιών, μεγαλόστομων εξαγγελιών και διακηρύξεων περί ιστορικών επιτυχιών, ο Λευκός Οίκος θυμίζει πλέον καζίνο λίγο πριν από το ξημέρωμα. Τα φώτα εξακολουθούν να αναβοσβήνουν. Η μουσική συνεχίζει να παίζει. Οι υπεύθυνοι επιμένουν ότι όλα πηγαίνουν θαυμάσια. Μόνο που οι μάρκες έχουν τελειώσει και οι πελάτες έχουν αρχίσει να κοιτούν την έξοδο.
Η υπόθεση του Ιράν υπήρξε η πιο πρόσφατη απόδειξη.
Παρουσιάστηκε ως μια αποφασιστική επίδειξη αμερικανικής ισχύος. Ως η στιγμή που ο Τραμπ θα έδειχνε στον κόσμο πως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την Ουάσιγκτον. Ως μια ακόμη ευκαιρία να φωτογραφηθεί μπροστά στις κάμερες ως ο άνθρωπος που λύνει προβλήματα που οι άλλοι δεν τολμούν να αγγίξουν.
Και τι απέμεινε;
Μια εύθραυστη εκεχειρία που κανείς δεν εμπιστεύεται, ένα Κογκρέσο που εξεγείρεται, δημοσκοπήσεις που βυθίζονται και μια κοινή γνώμη που αναρωτιέται γιατί ακριβώς έπρεπε να περάσει όλο αυτό.
Η εικόνα είναι σχεδόν κωμική.
Ο πρόεδρος που υποσχόταν ότι θα σταματήσει τους ατελείωτους πολέμους κατέληξε να εξηγεί γιατί χρειαζόταν έναν ακόμη πόλεμο. Ο πολιτικός που παρουσιαζόταν ως εχθρός του κατεστημένου ανακάλυψε ξαφνικά πόσο χρήσιμες είναι οι παλιές αυτοκρατορικές συνταγές της Ουάσιγκτον. Και ο άνθρωπος που διακήρυττε ότι μόνο αυτός μπορεί να πετυχαίνει συμφωνίες βρίσκεται τώρα να πανηγυρίζει μια συμφωνία την οποία όλοι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν ως προσωρινή ανακωχή πριν από την επόμενη κρίση.
Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι το Ιράν.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ο Τραμπ μοιάζει να χρειάζεται επειγόντως μια μεγάλη νίκη.
Όχι μια πραγματική νίκη. Μια τηλεοπτική νίκη.
Μια νίκη που να χωράει σε ένα σύνθημα, σε ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων, σε μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα με κεφαλαία γράμματα και πολλά θαυμαστικά.
Κάποτε αυτές οι νίκες έρχονταν εύκολα. Ένα εμπορικό παζάρι παρουσιαζόταν ως ιστορική ανατροπή. Μια φωτογραφία γινόταν διπλωματικός θρίαμβος. Μια συνέντευξη Τύπου μετατρεπόταν σε κοσμοϊστορικό γεγονός.
Το πρόβλημα είναι ότι ύστερα από δέκα χρόνια διαρκούς υπερβολής, ο πληθωρισμός των θριάμβων έχει εξαντλήσει το νόμισμα.
Όταν όλα είναι ιστορικά, τίποτα δεν είναι ιστορικό.
Όταν κάθε εβδομάδα παρουσιάζεται ως η σημαντικότερη στην αμερικανική ιστορία, η επόμενη εβδομάδα μοιάζει απλώς με επανάληψη του ίδιου επεισοδίου.
Γι’ αυτό και ο Λευκός Οίκος μοιάζει σήμερα με εταιρεία δημοσίων σχέσεων που προσπαθεί να πείσει τους επενδυτές ότι το προϊόν εξακολουθεί να είναι επαναστατικό, ενώ όλοι έχουν ήδη διαβάσει τις αξιολογήσεις.
Οι δημοσκοπήσεις πέφτουν.
Η οικονομία δεν προσφέρει τα θαύματα που είχαν υποσχεθεί.
Οι διεθνείς κρίσεις αποδεικνύονται περισσότερο πεισματάρες από τα δελτία Τύπου.
Ακόμη και οι Ρεπουμπλικανοί αρχίζουν να ανακαλύπτουν ότι η πολιτική επιβίωση ίσως απαιτεί κάποια απόσταση ασφαλείας από τον άνθρωπο που μέχρι χθες θεωρούσαν αλάνθαστο.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται το μεγάλο ερώτημα.
Τι κάνει ένας πολιτικός όταν έχει επενδύσει ολόκληρη την ύπαρξή του στην εικόνα του νικητή αλλά η πραγματικότητα αρνείται να συνεργαστεί;
Η απάντηση είναι απλή.
Προσπαθεί να αλλάξει την πραγματικότητα.
Ή τουλάχιστον την αφήγηση.
Ανακοινώνει νέες πρωτοβουλίες. Υπόσχεται νέες συμφωνίες. Εφευρίσκει νέους θριάμβους. Βρίσκει νέους εχθρούς. Παρουσιάζει παλιά προβλήματα ως νέες κατακτήσεις. Μετατρέπει κάθε μικρή εξέλιξη σε κοσμοϊστορικό γεγονός.
Η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία έχει άλλωστε ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Δεν χρειάζεται να κερδίσεις πραγματικά. Αρκεί να πείσεις αρκετούς ανθρώπους ότι κέρδισες.
Μόνο που κάποια στιγμή ακόμη και η καλύτερη παράσταση κουράζει το κοινό.
Ο θεατής αρχίζει να παρατηρεί τα σκηνικά.
Βλέπει τα σχοινιά.
Ανακαλύπτει τους μηχανισμούς.
Και τότε η μαγεία εξαφανίζεται.
Ο Τραμπ δεν αντιμετωπίζει απλώς μια κρίση εξωτερικής πολιτικής. Αντιμετωπίζει μια κρίση αφηγήματος. Τη στιγμή που το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα —η εικόνα του ασταμάτητου νικητή— αρχίζει να φθείρεται.
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από οποιαδήποτε ψηφοφορία στο Κογκρέσο ή οποιαδήποτε διαφωνία με το Ιράν.
Διότι ολόκληρο το τραμπικό οικοδόμημα στηρίχθηκε σε μια απλή ιδέα: ότι ο Ντόναλντ Τραμπ κερδίζει πάντα.
Όταν αυτή η ιδέα αρχίσει να καταρρέει, το πρόβλημα δεν είναι πλέον γεωπολιτικό.
Είναι υπαρξιακό.
Και τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από έναν πολιτικό που ψάχνει απεγνωσμένα μια μεγάλη νίκη τη στιγμή που οι νίκες έχουν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η Γερουσία υψώνει φρένο στον Τραμπ: Η πρώτη κοινοβουλευτική εξέγερση για τον πόλεμο με το Ιράν
PLUS


