Ορμούζ: Όταν η «διπλωματία» γίνεται εκβιασμός με πολεμικά πλοία

Καθώς ο χρόνος μετράει αντίστροφα για την εκεχειρία που κηρύχθηκε μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επιβεβαίωση για περαιτέρω ειρηνευτικές συνομιλίες ας μιλήσουμε χωρίς περιστροφές για αυτό που εκτυλίσσεται στο Στενό του Ορμούζ. Ο αποκλεισμός του  δεν είναι μια «συνηθισμένη κρίση». Είναι μια στιγμή αποκάλυψης. Όχι μόνο για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, αλλά για το πώς λειτουργεί –και κυρίως πώς αποτυγχάνει– μια ολόκληρη στρατηγική που βασίζεται στον εξαναγκασμό και στην υπόθεση ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να επιβάλει πολιτικά αποτελέσματα.

Του Νίκου Βασιλειάδη 

Το πιο εντυπωσιακό δεν είναι καν τα γεγονότα καθαυτά, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζονται. Η κυρίαρχη αφήγηση είναι προβλέψιμη: το Ιράν ως επιτιθέμενος, οι Ηνωμένες Πολιτείες ως εγγυητής της «σταθερότητας». Όμως αυτή η εικόνα καταρρέει τη στιγμή που κοιτάζεις τη βασική πραγματικότητα: υπάρχει ένας ενεργός ναυτικός αποκλεισμός. Όχι θεωρητικός, όχι διπλωματικός. Πραγματικός. Με πολεμικά πλοία που ελέγχουν, αποτρέπουν και περιορίζουν την πρόσβαση ενός κυρίαρχου κράτους στα ίδια του τα λιμάνια.

Και εδώ βρίσκεται το πρώτο κρίσιμο σημείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί: ένας τέτοιος αποκλεισμός, με οποιαδήποτε σοβαρή ανάγνωση του διεθνούς δικαίου, είναι πράξη πολέμου. Όχι «πίεση». Όχι «διαπραγματευτικό εργαλείο». Είναι πόλεμος χαμηλής έντασης. Από τη στιγμή που αυτό γίνεται αποδεκτό, αλλάζει όλο το πλαίσιο. Δεν έχουμε πλέον μια «απρόκλητη ιρανική επιθετικότητα», αλλά μια αλληλουχία δράσης–αντίδρασης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν λειτουργεί ιδανικά ή χωρίς λάθη. Σημαίνει όμως ότι η συμπεριφορά του δεν μπορεί να ερμηνευτεί εκτός του πλαισίου πίεσης στο οποίο βρίσκεται. Και όμως, ακριβώς αυτή η διάσταση αποσιωπάται. Γιατί αν αναγνωριστεί, τότε η ηθική απλότητα της αμερικανικής αφήγησης καταρρέει.

Το δεύτερο –και ίσως πιο σημαντικό– επιχείρημα αφορά τη λεγόμενη «διπλωματία». Αυτό που βλέπουμε δεν είναι διπλωματία με την κλασική έννοια. Είναι διαπραγμάτευση υπό εξαναγκασμό. Από τη μία πλευρά, καλείται το Ιράν να διαπραγματευτεί. Από την άλλη, συνεχίζεται ο αποκλεισμός και διατυπώνονται ολοένα και περισσότερες απειλές για στρατιωτική κλιμάκωση. Αυτό δεν είναι ισορροπία. Είναι εκβιασμός.

Και εδώ υπάρχει ένα ιστορικό μάθημα που φαίνεται να αγνοείται συστηματικά: συμφωνίες που επιβάλλονται υπό απειλή δεν είναι σταθερές. Δεν δημιουργούν εμπιστοσύνη. Δημιουργούν προσωρινές παύσεις, οι οποίες αργά ή γρήγορα καταρρέουν. Το έχουμε δει ξανά και ξανά. Στο Ιράκ. Στο Αφγανιστάν. Σε κάθε περίπτωση όπου η στρατιωτική υπεροχή θεωρήθηκε υποκατάστατο της πολιτικής στρατηγικής.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει να φαίνεται το βαθύτερο πρόβλημα: η σύγχυση ανάμεσα στη δύναμη και στην αποτελεσματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Αλλά η ισχύς δεν είναι το ίδιο με την ικανότητα να διαμορφώνεις βιώσιμα πολιτικά αποτελέσματα. Το Στενό του Ορμούζ, με τη γεωγραφία και την πολυπλοκότητά του, είναι ίσως το χειρότερο δυνατό πεδίο για να δοκιμαστεί αυτή η ψευδαίσθηση.

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να δούμε και τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης. Η εμμονή στη στρατιωτική «τεχνολογία» –στα όπλα, στα συστήματα, στις δυνατότητες– δεν είναι ουδέτερη. Δημιουργεί μια αισθητική της ισχύος. Μετατρέπει την πιθανότητα πολέμου σε θέαμα. Και, το πιο επικίνδυνο, απομακρύνει από το προσκήνιο την ανθρώπινη διάσταση: ότι πίσω από κάθε «στόχο» υπάρχουν άνθρωποι, κοινωνίες, συνέπειες.

Μια ματιά στο πώς μεταδίδεται η εισβολή του ισραήλ στον τον Νότιο Λίβανο (από τον Μάρτιο 2026), επεκτείνοντας τις συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ με στόχο τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας, προκαλώντας εκατοντάδες θύματα και μαζικές εκτοπίσεις είναι αρκετή.  Αυτή η απανθρωποποίηση δεν είναι τυχαία. Είναι προϋπόθεση για την αποδοχή της κλιμάκωσης. Πριν υπάρξει πόλεμος, πρέπει να έχει προηγηθεί η ψυχολογική του νομιμοποίηση.

Αν όμως δούμε την ευρύτερη εικόνα, το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα σημείο έντασης. Είναι κόμβος της παγκόσμιας οικονομίας. Από εκεί περνά ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε κλιμάκωση δεν είναι «τοπική». Έχει παγκόσμιες συνέπειες. Και αυτές οι συνέπειες δεν θα πλήξουν κυρίως τη Δύση, αλλά τις οικονομίες της Ασίας και του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου που βιώνουν για άλλη μια φορά το κόστος της καταναγκαστικής διπλωματίας της Αμερικής

Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: ο κόσμος έχει αλλάξει. Δεν είναι πλέον μονοπολικός. Η Κίνα δεν αντιδρά με θόρυβο, αλλά με στρατηγική υπομονή. Παρακολουθεί, υπολογίζει και τοποθετείται. Η Ινδία αρνείται να ενταχθεί πλήρως στη δυτική γραμμή, επιλέγοντας να διατηρήσει την αυτονομία της. Αυτές οι στάσεις δεν είναι δευτερεύουσες λεπτομέρειες. Είναι ενδείξεις μιας βαθύτερης μετατόπισης ισχύος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το «πυρηνικό ζήτημα του Ιράν» αποκαλύπτεται ως κάτι περισσότερο από αυτό που φαίνεται. Δεν είναι απλώς θέμα μη διάδοσης. Είναι μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού της ιρανικής ισχύος σε όλα τα επίπεδα: στρατιωτικό, περιφερειακό, γεωπολιτικό. Οι απαιτήσεις που τίθενται δεν είναι τεχνικές. Είναι στρατηγικές. Και ουσιαστικά ζητούν από το Ιράν να αποδυναμώσει τα μέσα με τα οποία διασφαλίζει την επιβίωσή του.

Αυτό οδηγεί σε ένα απλό αλλά κρίσιμο συμπέρασμα: καμία κυβέρνηση στο Ιράν δεν μπορεί να αποδεχτεί τέτοιους όρους χωρίς να χάσει την εσωτερική της νομιμοποίηση. Άρα η ίδια η δομή της διαπραγμάτευσης είναι προβληματική.

Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και την οικονομική διάσταση. Η ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ δεν λειτουργεί σε κενό. Η αναδιάταξη των παγκόσμιων ενεργειακών ροών, η προώθηση αμερικανικών εξαγωγών, η δημιουργία εναλλακτικών προς τον Περσικό Κόλπο – όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική πίεσης προς το Ιράν. Η «ασφάλεια» και η «οικονομία» εδώ δεν είναι ξεχωριστά πεδία· είναι αλληλένδετα.

Αν τα συνθέσουμε όλα αυτά, η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρη: η στρατηγική της μέγιστης πίεσης δεν πέτυχε. Δεν οδήγησε σε υποταγή. Οδήγησε σε μεγαλύτερη αντίσταση, σε εσωτερική συσπείρωση και σε βαθύτερη συνεργασία του Ιράν με άλλες δυνάμεις.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο συμπέρασμα: η αποτυχία δεν οφείλεται στην «αδυναμία» του Ιράν, αλλά στα όρια του ίδιου του εξαναγκασμού ως εργαλείου πολιτικής. Όταν πιέζεις χωρίς να προσφέρεις μια αξιόπιστη και αμοιβαία διέξοδο, δεν λύνεις συγκρούσεις. Τις αναπαράγεις.

Υπάρχει λύση; Ναι, αλλά δεν είναι εύκολη. Απαιτεί κάτι που μέχρι τώρα φαίνεται να λείπει: αναγνώριση ότι και η άλλη πλευρά έχει νόμιμα συμφέροντα. Ότι η διπλωματία δεν μπορεί να είναι μονόλογος. Ότι η πίεση χωρίς αμοιβαιότητα δεν είναι στρατηγική – είναι αδιέξοδο.

Το Στενό του Ορμούζ, τελικά, δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο. Είναι ένα τεστ. Ένα τεστ για το αν η διεθνής πολιτική μπορεί να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα ή αν θα συνεχίσει να λειτουργεί με όρους που έχουν ήδη αρχίσει να καταρρέουν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ καλούν την ΕΕ να αναστείλει την εμπορική συμφωνία με το Ισραήλ, αποκαλώντας την νομική υποχρέωση

Ένταση ΗΠΑ – Ιράν: «Δεν διαπραγματευόμαστε υπό απειλές» λέει η Τεχεράνη – Στο Πακιστάν ο Βανς



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ