Ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, Ναφτάλι Μπένετ, δήλωσε την Τρίτη ότι ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είναι «ανίκανος να κυβερνήσει τη δική του κυβέρνηση» επειδή οι ακροδεξιοί υπουργοί Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, καθώς και υπερορθόδοξες ομάδες, έχουν αναλάβει τον έλεγχό του.
«Είναι ανίκανος να κυβερνήσει τη δική του κυβέρνηση, επειδή ο Μπεν-Γκβιρ, ο Σμότριτς και οι Χαρεντίμ, όλοι τον ελέγχουν», δήλωσε ο Μπένετ σε συνέντευξή του στον ραδιοτηλεοπτικό παραγωγό Μάριο Ναουφάλ.
«Δεν θα δεχόμουν στην κυβέρνησή μου ηλίθιους που μιλούν για… απλώς για πραγματικά ηλίθιες δηλώσεις που κάνουν άνθρωποι όπως ο Μπεν-Γκβιρ και ο Σμότριτς. Δεν θα επέτρεπα στον Μπεν-Γκβιρ να μπει στην κυβέρνησή μου εξαρχής. Αλλά αν κάποιος στην κυβέρνησή μου έλεγε κάτι τέτοιο, θα τον επαναλάμβανα. Ο Νετανιάχου δεν μπορεί πλέον να το κάνει αυτό επειδή εξαρτάται από αυτούς», είπε.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Όταν ο Ναφτάλι Μπένετ, άνθρωπος της ισραηλινής Δεξιάς και πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, δηλώνει ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου «δεν είναι πλέον ικανός να κυβερνήσει» επειδή βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ακροδεξιών υπουργών του, η δήλωση δεν αποτελεί προσωπική επίθεση. Είναι η δημόσια ομολογία μιας πολιτικής πραγματικότητας που εδώ και μήνες διαμορφώνει τις εξελίξεις στο Ισραήλ.
Το παράδοξο είναι ιστορικό. Ο πολιτικός που για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια καλλιέργησε την εικόνα του μοναδικού εγγυητή της ασφάλειας του Ισραήλ εμφανίζεται σήμερα ως ο πιο αδύναμος πρωθυπουργός της σύγχρονης ιστορίας της χώρας. Όχι επειδή έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά επειδή την απέκτησε με τίμημα την πολιτική του αυτονομία.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν κυβερνά· ισορροπεί. Κάθε απόφαση για τη Γάζα, για τη Δυτική Όχθη, για τους εποικισμούς, για τις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή για την ανταλλαγή ομήρων περνά μέσα από το φίλτρο των απαιτήσεων υπουργών που δεν αντιμετωπίζουν την εξουσία ως μέσο διακυβέρνησης αλλά ως ευκαιρία ιδεολογικής ανατροπής του μεταπολεμικού ισραηλινού κράτους.
Ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και ο Μπεζαλέλ Σμότριτς δεν αποτελούν απλώς εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού. Ασκούν δικαίωμα βέτο στη στρατηγική του κράτους. Ο πρώτος μετατρέπει τη ρητορική της εθνικής ασφάλειας σε εργαλείο μόνιμης εσωτερικής σύγκρουσης. Ο δεύτερος αντιμετωπίζει την κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών όχι ως προσωρινή κατάσταση αλλά ως ιστορική αποστολή που πρέπει να ολοκληρωθεί. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο πρωθυπουργός δεν χαράσσει πολιτική· τη διαπραγματεύεται καθημερινά με εκείνους που μπορούν να ρίξουν την κυβέρνησή του.
Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής μετατόπιση της ισραηλινής πολιτικής. Η στρατηγική λογική έχει υποχωρήσει μπροστά στις ανάγκες της κυβερνητικής επιβίωσης. Η πολεμική σύγκρουση στη Γάζα, αντί να οδηγεί σε έναν σαφή πολιτικό στόχο, μετατρέπεται σε μηχανισμό παράτασης μιας εξουσίας που φοβάται περισσότερο την εσωτερική κατάρρευση παρά τη διεθνή απομόνωση.
Δεν πρόκειται μόνο για κρίση ηγεσίας. Πρόκειται για κρίση του ίδιου του ισραηλινού πολιτικού συστήματος.
Το αναλογικό εκλογικό σύστημα, που επί δεκαετίες υποχρέωνε τα μεγάλα κόμματα σε εύθραυστες συμμαχίες, έδωσε σταδιακά σε μικρές ιδεολογικές ομάδες τη δυνατότητα να επιβάλλουν δυσανάλογη πολιτική ισχύ. Η σημερινή κυβέρνηση αποτελεί την πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εξέλιξης. Η αριθμητική των κοινοβουλευτικών εδρών υπερίσχυσε της πολιτικής συνοχής. Και όταν η επιβίωση μιας κυβέρνησης εξαρτάται από κόμματα που θεωρούν κάθε συμβιβασμό προδοσία, η ίδια η έννοια της διακυβέρνησης αλλοιώνεται.
Η διεθνής διάσταση αυτής της κρίσης είναι εξίσου ανησυχητική. Το Ισραήλ οικοδόμησε επί δεκαετίες τη νομιμοποίησή του στη Δύση προβάλλοντας την εικόνα μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας που υπερασπίζεται την ύπαρξή της σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή φθείρεται όχι μόνο εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα, αλλά και επειδή οι πιο ακραίες φωνές της κυβέρνησης εμφανίζονται να καθορίζουν την επίσημη κρατική πολιτική. Η διπλωματική απομόνωση δεν είναι προϊόν μιας επικοινωνιακής αποτυχίας· είναι συνέπεια συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η μετατόπιση δεν αντιμετωπίζεται ως προσωρινή παρέκκλιση αλλά ως νέα κανονικότητα. Ο πόλεμος λειτουργεί ως πολιτικός επιταχυντής. Όσο παρατείνεται, τόσο διευρύνεται ο χώρος των ακραίων δυνάμεων, τόσο αποδυναμώνονται οι θεσμικές ισορροπίες και τόσο δυσκολότερη γίνεται οποιαδήποτε επιστροφή σε μια πολιτική διαδικασία βασισμένη στον συμβιβασμό.
Η παρέμβαση του Μπένετ αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία. Δεν προέρχεται από την ισραηλινή Αριστερά, ούτε από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε από διεθνείς επικριτές του Ισραήλ. Προέρχεται από έναν πολιτικό που συμμερίζεται τις περισσότερες βασικές παραδοχές της ισραηλινής Δεξιάς για την ασφάλεια και το παλαιστινιακό ζήτημα. Αν ακόμη και από αυτόν τον χώρο ακούγεται η διαπίστωση ότι ο πρωθυπουργός κυβερνά υπό καθεστώς πολιτικής ομηρίας, τότε η κρίση έχει ξεπεράσει τα όρια της κομματικής αντιπαράθεσης.
Ο Νετανιάχου δεν είναι πλέον ο αρχιτέκτονας της ισραηλινής πολιτικής. Είναι το τελευταίο της στήριγμα. Παραμένει στην κορυφή της εξουσίας, αλλά η εξουσία δεν του ανήκει ολοκληρωτικά. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό της σημερινής περιόδου: μια χώρα με τεράστια στρατιωτική ισχύ, εμπλεκόμενη σε πολλαπλά μέτωπα, κυβερνάται από έναν πρωθυπουργό που μοιάζει περισσότερο να ακολουθεί τις ισορροπίες του συνασπισμού του παρά να καθορίζει την πορεία του κράτους.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι δημοκρατίες σπάνια καταρρέουν με ένα πραξικόπημα. Συνήθως διαβρώνονται αργά, όταν η διατήρηση της εξουσίας γίνεται σημαντικότερη από την άσκησή της. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα επιβιώσει πολιτικά. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, μετά το τέλος αυτού του πολέμου, το Ισραήλ θα αναγνωρίζει ακόμη τον δημοκρατικό εαυτό που επί δεκαετίες προέβαλλε ως στοιχείο της εθνικής του ταυτότητας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Το Ισραήλ ετοιμάζει νέα επίθεση στη Γάζα εν μέσω ισχυρισμών ότι η Χαμάς «επανεξοπλίζεται»
Το Ισραήλ αναγνωρίζει επίσημα τη γενοκτονία των Αρμενίων στον Α’ Παγκόσμιο – Σφοδρή απάντηση Άγκυρας
PLUS


