Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών να απορρίψει το εκτελεστικό διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ για τον περιορισμό της αυτόματης απόκτησης της αμερικανικής υπηκοότητας δεν αποτελεί απλώς μια νομική ήττα για τον Λευκό Οίκο. Αποτελεί μια ιστορική επιβεβαίωση ότι ακόμη και ένας πρόεδρος με ευρείες εξουσίες δεν μπορεί να αναθεωρήσει μονομερώς μία από τις θεμελιώδεις αρχές του αμερικανικού Συντάγματος.
Η υπόθεση αφορούσε την προσπάθεια του Τραμπ να καταργήσει, μέσω προεδρικού διατάγματος, το λεγόμενο birthright citizenship – το δικαίωμα κάθε ανθρώπου που γεννιέται στο αμερικανικό έδαφος να αποκτά αυτομάτως την αμερικανική υπηκοότητα, ανεξάρτητα από το καθεστώς διαμονής των γονέων του. Πρόκειται για μια συνταγματική αρχή που κατοχυρώθηκε με τη 14η Τροπολογία το 1868, αμέσως μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ώστε να εξασφαλιστεί η πλήρης ιδιότητα του πολίτη στους πρώην σκλάβους και στους απογόνους τους. Έκτοτε θεωρείται ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της αμερικανικής δημοκρατίας.
Η θεωρία του Τραμπ
Από την πρώτη ημέρα της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που προέβλεπε ότι παιδιά μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα ή γονέων με προσωρινή βίζα δεν θα αναγνωρίζονται πλέον ως Αμερικανοί πολίτες κατά τη γέννησή τους.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η φράση της 14ης Τροπολογίας «υπόκεινται στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Πολιτειών» δεν αφορά όσους βρίσκονται παράνομα ή προσωρινά στη χώρα. Με αυτή την ερμηνεία επιχείρησε ουσιαστικά να ανατρέψει περισσότερα από 125 χρόνια νομολογίας, με κορυφαίο προηγούμενο την απόφαση United States v. Wong Kim Ark του 1898, που είχε καθιερώσει οριστικά την ισχύ της αυτόματης υπηκοότητας.
Η απάντηση του Ανώτατου Δικαστηρίου
Η πλειοψηφία των δικαστών απέρριψε κατηγορηματικά την κυβερνητική επιχειρηματολογία.
Με ψήφους 6-3, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ένας πρόεδρος δεν διαθέτει την εξουσία να αναδιατυπώνει το Σύνταγμα μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, στην απόφαση της πλειοψηφίας υπογράμμισε ότι η αμερικανική υπηκοότητα όσων γεννιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί πάγια συνταγματική αρχή και δεν μπορεί να καταργηθεί από την εκτελεστική εξουσία.
Παρά τη συντηρητική σύνθεση του Δικαστηρίου, η πλειοψηφία περιλάμβανε τόσο φιλελεύθερους όσο και συντηρητικούς δικαστές, γεγονός που προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην απόφαση.
Η διαφωνία των συντηρητικών
Οι δικαστές Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο διαφώνησαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η ιστορική ερμηνεία της 14ης Τροπολογίας είναι λανθασμένη και ότι η υπηκοότητα θα έπρεπε να αφορά μόνο παιδιά γονέων που έχουν μόνιμη και πλήρη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η άποψη αυτή, ωστόσο, παραμένει μειοψηφική και συγκρούεται με περισσότερο από έναν αιώνα αμερικανικής νομολογίας.
Πολιτική ήττα αλλά όχι τέλος της διαμάχης
Η απόφαση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές ήττες της δεύτερης προεδρίας Τραμπ στο μεταναστευτικό.
Ο ίδιος αντέδρασε δηλώνοντας ότι θα επιχειρήσει πλέον να αλλάξει το καθεστώς μέσω του Κογκρέσου, υποστηρίζοντας ότι η νομοθετική οδός παραμένει ανοικτή. Ωστόσο, συνταγματολόγοι εκτιμούν ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή θα απαιτούσε ακόμη και αναθεώρηση του ίδιου του Συντάγματος, διαδικασία εξαιρετικά δύσκολη και πολιτικά απίθανη.
Πολύ περισσότερα από το μεταναστευτικό
Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά τη μετανάστευση. Αποτελεί δοκιμασία για τα όρια της προεδρικής εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ έχει επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τα εκτελεστικά διατάγματα ως βασικό εργαλείο άσκησης πολιτικής, παρακάμπτοντας συχνά το Κογκρέσο. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με την απόφασή του, έστειλε ένα σαφές μήνυμα ότι ακόμη και σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης υπάρχουν συνταγματικά όρια που δεν μπορούν να υπερβούν ούτε οι ισχυρότεροι πολιτικοί θεσμοί.
Η υπόθεση αναδεικνύει επίσης κάτι βαθύτερο: στις Ηνωμένες Πολιτείες η μάχη για τη μετανάστευση εξελίσσεται πλέον σε μάχη για τον ίδιο τον ορισμό της αμερικανικής ταυτότητας. Για τους υποστηρικτές του Τραμπ, η αυτόματη υπηκοότητα λειτουργεί ως κίνητρο παράτυπης μετανάστευσης. Για τους αντιπάλους του, αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική εγγύηση ισότητας, που δεν μπορεί να εξαρτάται από την καταγωγή ή το καθεστώς των γονέων.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν κλείνει αυτή τη σύγκρουση. Αντίθετα, την μεταφέρει από τις αίθουσες των δικαστηρίων στο πολιτικό πεδίο, όπου η μετανάστευση αναμένεται να παραμείνει ένα από τα πιο εκρηκτικά ζητήματα της αμερικανικής δημόσιας ζωής τα επόμενα χρόνια.
PLUS


