Η Αμερική ξαναχτίζει το οπλοστάσιό της: γιατί ο Τραμπ καλεί τους κολοσσούς της αμυντικής βιομηχανίας στον Λευκό Οίκο

Η εποχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν δεδομένη τη στρατιωτική τους υπεροχή φαίνεται να τελειώνει. Οι πόλεμοι της τελευταίας τετραετίας αποκάλυψαν μια πραγματικότητα που για χρόνια παρέμενε κρυμμένη πίσω από τους εντυπωσιακούς αμυντικούς προϋπολογισμούς: ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου μπορεί να ξεμείνει από πυραύλους.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Η εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ να υποδέχεται στον Λευκό Οίκο τους επικεφαλής των μεγαλύτερων αμερικανικών αμυντικών βιομηχανιών δεν ήταν μια ακόμη συνάντηση με επιχειρηματίες. Ήταν η παραδοχή ότι η αμερικανική αμυντική βιομηχανία εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η πρόκληση δεν είναι ο σχεδιασμός προηγμένων οπλικών συστημάτων αλλά η δυνατότητα παραγωγής τους σε επαρκείς ποσότητες.

Η Ουάσιγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε σταδιακά. Από το 2022 οι Ηνωμένες Πολιτείες προμήθευσαν την Ουκρανία με τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, αντιαρματικών όπλων, συστημάτων αεράμυνας και πυραύλων ακριβείας. Παράλληλα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, η υποστήριξη προς το Ισραήλ και οι πρόσφατες επιχειρήσεις κατά του Ιράν αύξησαν ακόμη περισσότερο την κατανάλωση πολύτιμων αποθεμάτων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και προηγμένων αναχαιτιστικών συστημάτων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι το Πεντάγωνο δεν ανησυχεί πλέον μόνο για το επόμενο επιχειρησιακό σχέδιο, αλλά και για την ταχύτητα με την οποία μπορεί να αναπληρώσει όσα καταναλώνονται.

Η βιομηχανία στο επίκεντρο της εθνικής ασφάλειας

Στη συνάντηση συμμετείχαν οι επικεφαλής εταιρειών όπως η Lockheed Martin, η RTX, η Northrop Grumman, η Boeing, η BAE Systems, η Honeywell Aerospace και η L3Harris. Δεν επρόκειτο για μια τυπική ενημέρωση. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ ζήτησε σαφή χρονοδιαγράμματα για την αύξηση της παραγωγής και έθεσε ως στόχο τη λειτουργία της αμυντικής βιομηχανίας με όρους που θυμίζουν οικονομία πολέμου.

Στο επίκεντρο βρίσκονται τέσσερις κατηγορίες οπλικών συστημάτων που θεωρούνται κρίσιμες για τη σημερινή μορφή πολέμου: οι αναχαιτιστικοί πύραυλοι Patriot PAC-3, οι αναχαιτιστές THAAD, οι πύραυλοι cruise Tomahawk και οι αεροπορικοί πύραυλοι AMRAAM. Η ζήτησή τους έχει εκτοξευθεί, καθώς χρησιμοποιούνται τόσο για την προστασία αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων όσο και για την ενίσχυση χωρών που αντιμετωπίζουν αυξημένες απειλές.

Οι συμφωνίες που έχουν ήδη διαμορφωθεί προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τριπλασιασμό της παραγωγικής ικανότητας των Patriot και τετραπλασιασμό της παραγωγής των THAAD. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις συμφωνίες παραμένουν «πλαίσια συνεργασίας» και απαιτούν ακόμη την έγκριση χρηματοδότησης από το Κογκρέσο για να μετατραπούν σε πλήρη συμβόλαια.

Το πρόβλημα δεν λύνεται με μια υπογραφή

Η εντύπωση ότι μια κυβερνητική εντολή αρκεί για να αυξηθεί η παραγωγή όπλων απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Οι Financial Times επισημαίνουν ότι η αμερικανική αμυντική βιομηχανία αντιμετωπίζει συσσωρευμένα προβλήματα δεκαετιών: ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού, περιορισμένη παραγωγική δυναμικότητα, εύθραυστες αλυσίδες εφοδιασμού, εξάρτηση από κρίσιμα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και χρόνια αβεβαιότητα στις δημόσιες παραγγελίες. Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών του κλάδου έχει φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ πολλές εταιρείες διστάζουν να επενδύσουν δισεκατομμύρια σε νέες εγκαταστάσεις χωρίς πολυετείς κρατικές δεσμεύσεις.

Η κατάσταση είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση της Lockheed Martin. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι επενδύει δισεκατομμύρια δολάρια σε νέες εγκαταστάσεις παραγωγής στην Αλαμπάμα για να αυξήσει την παραγωγή των THAAD, έπειτα από συμφωνία που μπορεί να φθάσει τα 35 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος επταετίας.

Ακόμη όμως και αυτές οι επενδύσεις χρειάζονται χρόνο. Η κατασκευή ενός νέου εργοστασίου, η εκπαίδευση προσωπικού και η δημιουργία νέων γραμμών παραγωγής δεν ολοκληρώνονται μέσα σε λίγους μήνες.

Η επιστροφή της «πολεμικής οικονομίας»

Ίσως η σημαντικότερη αλλαγή να μην αφορά μόνο τον αριθμό των πυραύλων αλλά τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον την αμυντική βιομηχανία.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ενεργοποιήσει τον Defense Production Act, δίνοντας στο Πεντάγωνο μεγαλύτερες δυνατότητες να συντονίζει τη βιομηχανία και να παρεμβαίνει στις αλυσίδες παραγωγής όταν θεωρεί ότι απειλείται η εθνική ασφάλεια. Στο σχετικό προεδρικό υπόμνημα γίνεται ειδική αναφορά σε ελλείψεις κινητήρων στερεών καυσίμων, συστημάτων καθοδήγησης και άλλων κρίσιμων εξαρτημάτων που αποτελούν «σημεία συμφόρησης» στην παραγωγή σύγχρονων όπλων.

Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει αυξήσει την πίεση προς τους μεγάλους εργολάβους. Ο Τραμπ έχει επικρίνει επανειλημμένα εταιρείες που, όπως υποστηρίζει, επιβραβεύουν τους μετόχους μέσω επαναγορών μετοχών και μερισμάτων, ενώ καθυστερούν την υλοποίηση κρατικών συμβολαίων. Η διοίκηση εξετάζει πλέον μηχανισμούς που θα συνδέουν στενότερα την απόδοση των εταιρειών με τη δυνατότητά τους να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων.

Νέοι παίκτες στο παιχνίδι

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το Πεντάγωνο δεν περιορίζεται πλέον στους παραδοσιακούς κολοσσούς της αμυντικής βιομηχανίας.

Οι Financial Times αναφέρουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να εντάξει στο οικοσύστημα της άμυνας νεότερες τεχνολογικές εταιρείες, όπως η Anduril και η Leidos, οι οποίες ειδικεύονται σε drones, αυτόνομα συστήματα και λογισμικό. Παράλληλα, εξετάζονται συνεργασίες με βιομηχανίες εκτός του παραδοσιακού αμυντικού τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία που προωθείται μεταξύ της Lockheed Martin και της GM Defense, ώστε η αυτοκινητοβιομηχανία να συνεισφέρει στην παραγωγή εξαρτημάτων για οπλικά συστήματα.

Η λογική είναι σαφής: αν οι υπάρχουσες γραμμές παραγωγής δεν επαρκούν, πρέπει να αξιοποιηθεί το σύνολο της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης.

Η νέα πραγματικότητα

Η προσπάθεια ανασυγκρότησης των αμερικανικών αποθεμάτων αποκαλύπτει μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν κυρίως σε πολέμους περιορισμένης έντασης, όπου η κατανάλωση πυρομαχικών μπορούσε να καλυφθεί από τις υφιστάμενες παραγωγικές δυνατότητες.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η αυξανόμενη ένταση με μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα επαναφέρουν το ενδεχόμενο παρατεταμένων συγκρούσεων υψηλής έντασης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η στρατηγική υπεροχή δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογική ποιότητα ενός όπλου, αλλά και από την ικανότητα μιας χώρας να το παράγει μαζικά και γρήγορα.

Η συνάντηση του Λευκού Οίκου δεν ήταν λοιπόν απλώς μια σύσκεψη για την επιτάχυνση της παραγωγής πυραύλων. Ήταν μια ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον τη βιομηχανική της βάση εξίσου κρίσιμη με τις ίδιες τις ένοπλες δυνάμεις. Στον 21ο αιώνα, η ισχύς δεν μετριέται μόνο από το ποιος διαθέτει τα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα, αλλά και από το ποιος μπορεί να τα κατασκευάζει ταχύτερα όταν οι γεωπολιτικές κρίσεις πολλαπλασιάζονται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Έντονη αντίδραση ελληνοαμερικανών βουλευτών μετά τις δηλώσεις Τραμπ για Τουρκία και F-35

Η Γερουσία υψώνει φρένο στον Τραμπ: Η πρώτη κοινοβουλευτική εξέγερση για τον πόλεμο με το Ιράν



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ