Το ναυάγιο του ευρωπαϊκού μαχητικού: Όταν η στρατηγική αυτονομία συγκρούεται με τα εθνικά συμφέροντα

Η Ευρώπη μιλά εδώ και χρόνια για στρατηγική αυτονομία. Για την ανάγκη να αποκτήσει τη δυνατότητα να υπερασπίζεται τον εαυτό της χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τη δημιουργία μιας ισχυρής αμυντικής βιομηχανίας που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τους αμερικανικούς κολοσσούς και να προσφέρει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μεγαλύτερη γεωπολιτική ανεξαρτησία.

Αυτή την εβδομάδα, όμως, ένα από τα πιο φιλόδοξα σύμβολα αυτής της φιλοδοξίας κατέρρευσε.

Η Γερμανία και η Γαλλία αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το σχέδιο ανάπτυξης του Future Combat Air System (FCAS), του κοινού ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς που επρόκειτο να αποτελέσει τη ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας τις επόμενες δεκαετίες. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από συνάντηση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, οι οποίοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι εμπλεκόμενες εταιρείες δεν ήταν πλέον σε θέση να γεφυρώσουν τις διαφορές τους.

Το FCAS δεν ήταν ένα συνηθισμένο εξοπλιστικό πρόγραμμα. Από την παρουσίασή του το 2017 θεωρήθηκε το πιο φιλόδοξο ευρωπαϊκό αμυντικό εγχείρημα μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Με εκτιμώμενο κόστος που πλησίαζε τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ, το πρόγραμμα φιλοδοξούσε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεροπορικού πολέμου που θα περιλάμβανε επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη, σμήνη drones, αισθητήρες νέας γενιάς και ένα ψηφιακό δίκτυο διοίκησης και ανταλλαγής δεδομένων, γνωστό ως «combat cloud».

Στην καρδιά του σχεδίου βρισκόταν η συνεργασία δύο ευρωπαϊκών γιγάντων: της γαλλικής Dassault Aviation και της Airbus, η οποία εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της Γερμανίας και της Ισπανίας. Θεωρητικά, η συνεργασία αυτή θα έπρεπε να αποτελέσει υπόδειγμα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην πράξη εξελίχθηκε σε μια μακροχρόνια σύγκρουση για τον έλεγχο του προγράμματος, την κατανομή της τεχνογνωσίας και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η Dassault επέμενε ότι, ως κατασκευάστρια του Rafale, έπρεπε να έχει τον πρώτο λόγο στην ανάπτυξη του νέου μαχητικού. Η Airbus από την πλευρά της αρνιόταν να αποδεχθεί έναν ρόλο δεύτερου εταίρου και ζητούσε ισότιμη συμμετοχή. Οι διαφωνίες δεν περιορίζονταν μόνο στη βιομηχανική ηγεσία. Γαλλία και Γερμανία είχαν διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις. Η Γαλλία ήθελε ένα αεροσκάφος ικανό να μεταφέρει πυρηνικά όπλα και να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα, ενώ η Γερμανία έδινε προτεραιότητα σε διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Για μήνες έγιναν προσπάθειες διαμεσολάβησης. Ειδικοί μεσολαβητές διορίστηκαν και από τις δύο πλευρές, ενώ οι κυβερνήσεις επιχείρησαν να πιέσουν τις εταιρείες να καταλήξουν σε συμβιβασμό. Όμως οι συνομιλίες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Τον Απρίλιο είχε ήδη διαφανεί ότι η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, όταν οι διαμεσολαβητές παραδέχθηκαν ότι δεν μπορούσαν να επιλύσουν τις διαφωνίες.

Η κατάρρευση του FCAS αποτελεί σημαντικό πλήγμα για τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες στον τομέα της άμυνας. Η χρονική συγκυρία μάλιστα καθιστά την εξέλιξη ακόμη πιο συμβολική. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αυξανόμενη ρωσική απειλή και τις πιέσεις από την Ουάσιγκτον να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο της δικής της άμυνας. Την ίδια στιγμή, αποδεικνύεται ότι ακόμη και οι δύο ισχυρότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στην κατασκευή ενός κοινού μαχητικού αεροσκάφους.

Η αποτυχία θυμίζει σε πολλούς την ιστορία του Eurofighter. Και τότε η Γαλλία είχε αποχωρήσει από το κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα, επιλέγοντας τελικά να αναπτύξει μόνη της το Rafale. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται.

Υπάρχει βέβαια μια μικρή παρηγοριά για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν στην ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία. Οι κυβερνήσεις συμφώνησαν να συνεχιστεί η ανάπτυξη ορισμένων επιμέρους στοιχείων του FCAS, όπως το δίκτυο ανταλλαγής δεδομένων και ορισμένα προγράμματα drones. Ωστόσο, χωρίς το ίδιο το μαχητικό αεροσκάφος, το αρχικό όραμα έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι τι θα συμβεί με το FCAS. Είναι αν η Ευρώπη μπορεί πραγματικά να οικοδομήσει κοινές αμυντικές δυνατότητες όταν τα εθνικά συμφέροντα, οι βιομηχανικές φιλοδοξίες και οι γεωπολιτικές προτεραιότητες εξακολουθούν να υπερισχύουν της κοινής στρατηγικής. Και η απάντηση που δίνει η υπόθεση του FCAS δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Στο χείλος νέας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή: Πώς Τραμπ, Νετανιάχου και Ιράν έφτασαν μια ανάσα από νέα σύγκρουση

Ζελένσκι: «Η Ρωσία χάνει την πρωτοβουλία μέρα με τη μέρα»



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ