Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική όπου μια αλλαγή δεν ανακοινώνεται επίσημα, αλλά γίνεται παρ’ όλα αυτά πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με το NATO. Δεν διαλύεται, δεν αποδυναμώνεται και — κυρίως — δεν εγκαταλείπεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Απλώς μετασχηματίζεται σε κάτι που η Ευρώπη δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θέλει να είναι: μια συμμαχία όπου η ίδια θα φέρει το βάρος της άμυνας.
Η πρόσφατη ένταση μεταξύ συμμάχων με αφορμή τη Γροιλανδία μπορεί προς το παρόν να αποκλιμακώθηκε, αλλά το ουσιαστικό της μήνυμα παραμένει. Οι ισορροπίες συμφερόντων ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού μεταβάλλονται ταχύτερα απ’ όσο πολλοί Ευρωπαίοι θέλουν να παραδεχθούν. Η κρίση υπενθύμισε ότι ένα ΝΑΤΟ με ευρωπαϊκό επιχειρησιακό πυρήνα δεν αποτελεί μακρινό σενάριο αλλά ανάγκη που πλησιάζει — πιθανώς πολύ νωρίτερα από τον ορίζοντα μιας δεκαετίας που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ρεαλιστικός.
Η ίδια η αμερικανική στρατηγική το επιβεβαιώνει. Η νέα αμυντική προσέγγιση της Ουάσιγκτον ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν την κύρια ευθύνη για τη συμβατική άμυνα της ηπείρου τους. Για δεκαετίες, η διατλαντική σχέση λειτουργούσε με έναν άγραφο συμβιβασμό: η Ευρώπη παρείχε πολιτική συνοχή και οικονομική ισχύ, ενώ η Ουάσιγκτον παρείχε στρατιωτική ασφάλεια. Το μοντέλο αυτό γεννήθηκε από την ιστορική ανάγκη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά με τον χρόνο μετατράπηκε σε συνήθεια — η ασφάλεια αντιμετωπιζόταν ως υπηρεσία και όχι ως ευθύνη.
Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιδιώκουν να εγκαταλείψουν τη Συμμαχία· επιδιώκουν να την εξισορροπήσουν. Η στρατηγική τους μετατοπίζεται προς τον Ινδο-Ειρηνικό και τον ανταγωνισμό με την Κίνα, πράγμα που σημαίνει ότι η καθημερινή στρατιωτική λειτουργία της ευρωπαϊκής άμυνας δεν μπορεί πλέον να παραμένει αμερικανική υπόθεση. Η αμερικανική πυρηνική αποτροπή και η πολιτική εγγύηση διατηρούνται, αλλά η ευθύνη της επιχειρησιακής άμυνας μεταφέρεται.
Εδώ βρίσκεται και η ευρωπαϊκή παρεξήγηση. Η συζήτηση συχνά περιορίζεται στα ποσοστά των αμυντικών δαπανών, σαν να πρόκειται για λογιστικό ζήτημα. Δεν είναι. Το πρόβλημα είναι οργανωτικό και πολιτικό. Μια Ευρώπη που αυξάνει εξοπλισμούς χωρίς να έχει αποφασίσει ποιος διοικεί, ποιος σχεδιάζει επιχειρήσεις και ποια στρατηγική υπηρετεί, απλώς ξοδεύει περισσότερα για να παραμείνει εξαρτημένη.
Το ερώτημα, επομένως, είναι βαθύτερο: μπορεί η Ευρώπη να γίνει γεωπολιτικός δρων χωρίς να χάσει τον μεταπολεμικό της χαρακτήρα; Από το 1945 και μετά οικοδόμησε την ταυτότητά της πάνω στην υπέρβαση της ισχύος. Τώρα καλείται να οργανώσει ισχύ για να προστατεύσει ακριβώς αυτό το μοντέλο — μια ιστορική ειρωνεία, αλλά και αναγκαιότητα.
Η ανησυχία ότι μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή άμυνα θα αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ αντιστρέφει την πραγματικότητα. Η Συμμαχία δεν κινδυνεύει από την ευρωπαϊκή αυτονομία· κινδυνεύει από την ευρωπαϊκή αδυναμία. Όσο η ασφάλεια της ηπείρου εξαρτάται απόλυτα από την αμερικανική πολιτική συγκυρία, τόσο η διατλαντική σχέση γίνεται εύθραυστη. Αντίθετα, μια Ευρώπη ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της καθιστά τη συμμαχία επιλογή και όχι ανάγκη — άρα πιο σταθερή.
Στην ουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποσύρονται· μεταφέρουν ρόλους. Προσφέρουν αποτροπή αλλά ζητούν ευθύνη. Έτσι, το μέλλον του ΝΑΤΟ δεν θα κριθεί στην Ουάσιγκτον αλλά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια καθυστερημένη ενηλικίωση. Για εβδομήντα πέντε χρόνια μπορούσε να είναι ασφαλής χωρίς να σκέφτεται σοβαρά την ισχύ. Στον νέο κόσμο αυτό δεν ισχύει. Το δίλημμα δεν είναι αν θα υπάρξει «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ», αλλά αν η ίδια θα αναλάβει την ευθύνη της ασφάλειάς της — ή αν θα συνεχίσει να ζητά προστασία σε μια εποχή όπου κανείς δεν μπορεί πλέον να την εγγυηθεί ολοκληρωτικά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΕΕ: Ζητούν από την Ουγγαρία να επιστρέψει κονδύλια 10 δισ. ευρώ
PLUS


