Ο Όμηρος στα αθάνατα έπη του «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια» παρουσιάζοντας τις άγριες μάχες μεταξύ Ελλήνων και Τρώων αλλά και ανάμεσα στους ίδιους τους Έλληνες είναι τόσο παραστατικός και λεπτομερειακός, ώστε σήμερα όταν γίνονται καβγάδες με μεγάλη διάρκεια και πολλούς εμπλεκομένους χρησιμοποιούμε τη φράση «ομηρικός καβγάς».
Στη νεότερη Ελλάδα έχουμε αδυναμία στους ομηρικούς καβγάδες, είναι κάτι σαν το εθνικό μας σπορ. Και μάλιστα ξεκινάμε τέτοιους καβγάδες για ασήμαντες αφορμές, αν και δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως σχεδόν πάντα οι σημαντικοί λόγοι είναι αυτοί που επινοούν ασήμαντες αφορμές.
Η Ακρόπολη -και ο Παρθενώνας- έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλούς από αυτούς τους «ομηρικούς καβγάδες» αφού µε τον νέο φωτισμό, τις ολόφρεσκες τσιμεντένιες διαστρώσεις διαδρόμων και πλατωμάτων, τα καινούργια inox κολονάκια και τα μαρμάρινα παγκάκια δεν αποτελεί μόνο τον απαραίτητο προορισμό για τους τουρίστες που καταφθάνουν κατά χιλιάδες µε τα κρουαζιερόπλοια, αλλά και το ονειρικό σκηνικό για νέες εμπορικές χρήσεις παρουσίασης προϊόντων κάθε λογής με πρόσχημα -τι άλλο;- την προβολή της χώρας στο εξωτερικό. Και εδώ γεννιέται η αφορμή για καβγά περί εκχυδαϊσμού στη χρήση του μνημείου ως φόντου εμπορικών εκδηλώσεων.
Γιατί μια ταινία που δείχνει τα σκαλιά του Παρθενώνα σπαρμένα με πτώματα τα οποία τρώνε διάφορες γάτες, να παρουσιάζεται δηλαδή ο Παρθενώνας ως τραπεζαρία του μακάβριου αυτού γεύματος, κατά την άποψη του κ. Λάνθιμου, είναι μια εικόνα φρικαλέα που κανείς μας δεν θέλει να δει ο υπόλοιπος πλανήτης. Ανεξάρτητα από το εάν μας αρέσουν ή όχι οι ταινίες του κ. Λάνθιμου, ο Παρθενώνας δεν είναι εμπορεύσιμο προϊόν, πόσο μάλλον όταν πας να τον συνδέσεις με τη φρίκη. Χώρια που οι Ελληνίδες γάτες προτιμούν να τρώνε νόστιμους μεζέδες στις παρακείμενες ταβέρνες αντί πτωμάτων, όπως το μυαλό ορισμένων θέλει να γεννάει.
PLUS


