Η ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν παρουσιάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ ως η αρχή του τέλους μιας σύγκρουσης που απείλησε να παρασύρει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, λίγες ημέρες μετά τους πανηγυρισμούς, τα βασικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: τι ακριβώς προβλέπει η συμφωνία, ποιος θα εγγυηθεί την εφαρμογή της και πόσο πιθανό είναι να επιβιώσει από τις αντιδράσεις που ήδη προκαλεί σε Ουάσιγκτον, Τελ Αβίβ και Τεχεράνη;
Η προσωρινή συμφωνία, που σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες επεκτείνει για ακόμη 60 ημέρες την εύθραυστη εκεχειρία του Απριλίου, προβλέπει την επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών στον Περσικό Κόλπο και ιδιαίτερα του Στενού του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες φέρονται διατεθειμένες να χαλαρώσουν τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί στην ιρανική οικονομία, επιτρέποντας εκ νέου τις εξαγωγές πετρελαίου και τη σταδιακή επανένταξη της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Παρότι ο Τραμπ διαβεβαιώνει ότι το μνημόνιο αποκλείει ρητά την απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν, οι λεπτομέρειες παραμένουν μυστικές. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει το πλήρες κείμενο, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονη δυσφορία στο Κογκρέσο. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές παραδέχονται ότι αγνοούν βασικά στοιχεία της συμφωνίας, ενώ ορισμένοι ζητούν άμεσες ενημερώσεις κεκλεισμένων των θυρών προτού εξεταστεί οποιαδήποτε άρση κυρώσεων.
Ο ίδιος ο Τραμπ, αντιμετωπίζοντας τις επικρίσεις, δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνόδου της G7 ότι δεν έχει αντίρρηση να αποσταλεί η συμφωνία στο Κογκρέσο για εξέταση. Η τοποθέτησή του επιχειρεί να κατευνάσει τις αντιδράσεις, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει ότι ακόμη και στο εσωτερικό της αμερικανικής πολιτικής σκηνής δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το τι ακριβώς έχει συμφωνηθεί με την Τεχεράνη.
Αν όμως η αδιαφάνεια προκαλεί ανησυχία στην Ουάσιγκτον, η μεγαλύτερη ίσως απειλή για τη συμφωνία βρίσκεται αλλού: στον Λίβανο.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ξεκαθάρισε ότι η βιωσιμότητα της συμφωνίας εξαρτάται από την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο. Για την Τεχεράνη, η κατάσταση στο λιβανικό μέτωπο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής διευθέτησης. Χωρίς αποκλιμάκωση εκεί, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ειρήνη στην περιοχή.
Το πρόβλημα είναι ότι το Ισραήλ δεν δείχνει καμία διάθεση να αποδεχθεί έναν τέτοιο όρο. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει διαμηνύσει ότι οι ισραηλινές δυνάμεις θα παραμείνουν στον Λίβανο όσο το θεωρούν απαραίτητο για την ασφάλεια της χώρας. Έτσι δημιουργείται μια προφανής αντίφαση: η Τεχεράνη παρουσιάζει την αποχώρηση του Ισραήλ ως προϋπόθεση της συμφωνίας, ενώ το Ισραήλ απορρίπτει την ιδέα εξαρχής.
Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα της συμφωνίας. Παρά τους πανηγυρισμούς, πρόκειται περισσότερο για ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης παρά για μια ολοκληρωμένη συνθήκη ειρήνης. Τα πιο δύσκολα ζητήματα έχουν ουσιαστικά μετατεθεί για αργότερα: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, η υποστήριξη προς περιφερειακές ένοπλες οργανώσεις, αλλά και το μέλλον των συγκρούσεων στον Λίβανο και σε άλλα μέτωπα της περιοχής.
Παράλληλα, η συμφωνία συνοδεύεται από φιλόδοξες οικονομικές υποσχέσεις. Στο τραπέζι βρίσκεται σχέδιο επενδύσεων ύψους περίπου 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με σημαντική συμμετοχή κεφαλαίων από κράτη του Κόλπου. Για την ιρανική ηγεσία, που βρίσκεται αντιμέτωπη με χρόνια οικονομική ασφυξία, η προοπτική αυτή αποτελεί ίσως το ισχυρότερο κίνητρο για να στηρίξει τη διαδικασία.
Οι αγορές υποδέχθηκαν θετικά τις εξελίξεις. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν καθώς οι επενδυτές προεξόφλησαν την επαναφορά των ιρανικών εξαγωγών και τη σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο. Ωστόσο, ναυτιλιακές εταιρείες και ασφαλιστικοί οργανισμοί παραμένουν επιφυλακτικοί, εκτιμώντας ότι θα χρειαστούν εβδομάδες ή και μήνες για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη σε μια περιοχή που βρέθηκε επανειλημμένα στο χείλος της γενικευμένης σύρραξης.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η συμφωνία θα εξελιχθεί σε μόνιμη ειρήνη ή αν θα αποδειχθεί απλώς μια προσωρινή ανάπαυλα. Προς το παρόν, μοιάζει περισσότερο με πολιτικό στοίχημα παρά με τετελεσμένο γεγονός. Ο Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία ως προσωπική διπλωματική νίκη. Η Τεχεράνη τη βλέπει ως ευκαιρία οικονομικής ανάκαμψης. Οι αραβικές μοναρχίες ελπίζουν σε σταθερότητα. Το Ισραήλ παραμένει δύσπιστο.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις αντικρουόμενες προσδοκίες βρίσκεται η πραγματικότητα: μια συμφωνία που υπόσχεται να τερματίσει τον πόλεμο, χωρίς ακόμη να έχει αποσαφηνίσει τους όρους με τους οποίους θα διατηρηθεί η ειρήνη.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η «ειρήνη» Τραμπ με το Ιράν: συμφωνία με υπογραφές, αλλά όχι ακόμη με λύσεις
PLUS


