Όταν το διεθνές δίκαιο γίνεται επιλογή: Η επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η δοκιμασία της παγκόσμιας τάξης

Η κοινή υπόθεση στη μεταπολεμική διεθνή τάξη ήταν απλή: η χρήση βίας από ένα κράτος κατά της κυριαρχίας άλλου είναι παράνομη εκτός αυστηρών εξαιρέσεων — αυτοάμυνας ή εξουσιοδότησης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Του Νίκου Βαασιλειάδη 

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών θέτει αυτό το πλαίσιο ως βάση για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Τι συμβαίνει όμως όταν μια υπερδύναμη επιλέγει να αγνοήσει αυτό το σύστημα; Η πρόσφατη στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα — με αποτέλεσμα τη σύλληψη του προέδρου Nicolás Maduro και τις επιθέσεις σε στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους — θέτει ακριβώς αυτό το ερώτημα με τον πιο αιχμηρό τρόπο.

Η εισβολή αυτή δεν έχει καμία νομιμοποίηση στο διεθνές δίκαιο. Η στρατιωτική δράση των ΗΠΑ, που περιλάμβανε επιδρομές στο Καράκας και την απαγωγή ενός εκλεγμένου ηγέτη, παραβιάζει τον βασικό κανόνα του Χάρτη του ΟΗΕ που απαγορεύει τη χρήση βίας ενάντια στην «εδαφική ακεραιότητα ή πολιτική ανεξαρτησία» ενός κράτους, εκτός της περίπτωσης νόμιμης αυτοάμυνας ή αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας. Οι αμερικανικές δηλώσεις για «αντιμετώπιση της ναρκοεγκληματικότητας» και «επαναφορά της δημοκρατίας» δεν δημιουργούν νομική βάση για στρατιωτική επέμβαση.

Αυτή η παραβίαση είναι τόσο εκτεταμένη που δεν περιορίζεται στην αρχική χρήση βίας: ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν» τη χώρα και θα επιβλέψουν την «πολιτική μετάβαση» στο έδαφος της Βενεζουέλας, υπό την απειλή περαιτέρω στρατιωτικών μέτρων. Μια τέτοια δήλωση σηματοδοτεί την επέκταση της στρατιωτικής δράσης σε μια μορφή πραγματικής κατοχής ή μονομερούς πολιτικής αλλαγής, που παραβιάζει ευθέως τον Χάρτη.

Η πράξη αυτή — οδυνηρή και αιματηρή, με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες στη Βενεζουέλα — δεν είναι μονοδιάστατη. Οι ΗΠΑ ανάγουν τη νομιμοποίησή της σε μια εσωτερική εικόνα ασφάλειας και σε μια ρητορική περί «ηθικής ανάγκης». Παρόμοιες αιτιολογήσεις έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για στρατιωτικές επεμβάσεις, αλλά δεν αντέχουν σε νομική ή ηθική ανάλυση. Επιπλέον, το γεγονός ότι η επιχείρηση δεν είχε καν την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου καθιστά σαφές ότι πρόκειται για μονομερή ενέργεια εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς διάλογο ή κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.

Πέραν της νομικής διάστασης, η επίθεση αυτή έχει βαθιές γεωπολιτικές συνέπειες. Η απόπειρα να «διευθετηθεί» η πολιτική κατάσταση με στρατιωτικά μέσα, χωρίς σαφή σχεδιασμό για τη συνέχεια, ανοίγει το δρόμο σε μακροχρόνια αποσταθεροποίηση. Χώρες και διεθνείς οργανισμοί έχουν ήδη εκφράσει σοβαρές ανησυχίες: η Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ τόνισε ότι η ενέργεια αυτή υπονομεύει τα θεμέλια του διεθνούς δικαίου και στέλνει «επικίνδυνο μήνυμα» για τη χρήση μονομερών στρατιωτικών μέτρων ως εργαλείων εξωτερικής πολιτικής.

Αυτή η κρίση έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις σε διεθνές επίπεδο. Κράτη όπως η Βραζιλία, η Κίνα και η Ρωσία χαρακτήρισαν την επίθεση ως έγκλημα επιθετικότητας, ενώ ακόμη και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξέφρασαν βαθιά ανησυχία για την παραβίαση της διεθνούς τάξης και την απειλή που αυτή θέτει για την περιφερειακή σταθερότητα.
Το ζήτημα δεν εξαντλείται απλώς στη Βενεζουέλα. Η ρητορική που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την επέμβαση — ρητορική περί εθνικών συμφερόντων, καθώς και η ιδέα ότι μια υπερδύναμη μπορεί να «εξάγει δημοκρατία» με βία — ανοίγει το δρόμο για ευρύτερες απειλές και παρεμβάσεις. Ορισμένες δηλώσεις συμπεριέλαβαν τη σκέψη για χρήση απειλής βίας σε άλλες χώρες της περιοχής, με βάση τα δικά τους πολιτικά ζητήματα, γεγονός που αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για την επανεμφάνιση δογματικών «σφαιρών επιρροής» του παρελθόντος.

Κυρίως, η επέμβαση αυτή λειτουργεί ως καμπανάκι συναγερμού για την ίδια την παγκόσμια τάξη που οικοδομήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για δεκαετίες, η απαγόρευση μονομερών στρατιωτικών ενεργειών χωρίς διεθνή νομιμοποίηση υπήρξε ένα από τα λίγα πραγματικά θεμέλια σταθερότητας. Τώρα, η χρήση βίας από μια υπερδύναμη κατά της κυριαρχίας άλλου κράτους χωρίς νομική βάση, κανόνες αντιστάθμισης ή άμεση απειλή αυτοάμυνας, επιφέρει μια αποσταθεροποίηση όχι μόνο στην περιοχή αλλά στο ίδιο το σύστημα διεθνών σχέσεων που υπόσχονταν ειρήνη μέσω νόμου.

Η αντίδραση εντός των Ηνωμένων Πολιτειών είναι εξίσου διχασμένη, με τμήματα της πολιτικής σκηνής να υπερασπίζονται την κίνηση ως «ηρωική» και άλλους να τονίζουν την απουσία στρατηγικού σχεδίου για μια μεταβατική περίοδο δημοκρατίας στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, η απουσία τέτοιου σχεδίου υπογραμμίζει το μέγεθος του προβλήματος: η επέμβαση φαίνεται να στοχεύει όχι στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών μιας χώρας, αλλά στην αναδιανομή πολιτικής και οικονομικής ισχύος με όρους συμφερόντων.
Τελικά, αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα είναι πολύ περισσότερα από ένα μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο. Αντιπροσωπεύει μια από τις πιο σοβαρές προκλήσεις στην παγκόσμια τάξη των τελευταίων δεκαετιών — μια τάξη όπου η αρχή της μη επέμβασης και του σεβασμού της κυριαρχίας των κρατών ήταν κάποτε θεμελιώδης. Σήμερα, αυτός ο θεσμός δοκιμάζεται ίσως για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά από την ίδια τη δύναμη που κάποτε τον υπερασπιζόταν. Η διεθνής κοινότητα τώρα αντιμετωπίζει μια επιλογή: να επαναβεβαιώσει τους κανόνες του διεθνούς δικαίου ή να αποδεχθεί τη λογική του «νόμου της ισχύος». Η απόφαση δεν αφορά μόνο μια χώρα, αλλά το μέλλον του διεθνούς συστήματος στο οποίο όλοι ζούμε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Γροιλανδία: «Δεν είμαστε προς πώληση»

Η επιλογή Ροντρίγκες: η CIA, ο στρατός και η πολιτική του Τραμπ



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ