Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Μινεάπολη των ΗΠΑ και στην Τεχεράνη στο Ιράν, αποκάλυψαν μια βαθύτερη αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται την έννοια της διαμαρτυρίας, της κρατικής βίας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αν και πρόκειται για διαφορετικά πολιτικά και θεσμικά περιβάλλοντα, η σύγκρισή τους αναδεικνύει τα όρια της αμερικανικής ηγεσίας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο.
Στο Ιράν, οι μαζικές κινητοποιήσεις πολιτών ενάντια στο θεοκρατικό καθεστώς αντιμετωπίστηκαν από την Ουάσιγκτον ως μια ακόμη απόδειξη της ανάγκης για «ελευθερία» και «δημοκρατική αλλαγή». Η ρητορική της αμερικανικής προεδρίας κινήθηκε στη γνωστή γραμμή της υποστήριξης των πολιτικών δικαιωμάτων και της καταδίκης της κρατικής καταστολής. Το μήνυμα ήταν σαφές: η αντίσταση απέναντι σε αυταρχικές εξουσίες είναι θεμιτή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιθυμητή.
Την ίδια στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ομοσπονδιακή παρουσία στη Μινεάπολη —με αφορμή επιχειρήσεις μετανάστευσης και τη χρήση θανατηφόρας βίας από κρατικούς πράκτορες— οδήγησε σε μαζικές διαμαρτυρίες, έντονη κοινωνική αντίδραση και σοβαρά ερωτήματα για τα όρια της εξουσίας. Εδώ, η κυβερνητική στάση ήταν αισθητά διαφορετική: οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν ως απειλή για τη δημόσια τάξη και την ασφάλεια, ενώ η έμφαση δόθηκε στην ανάγκη επιβολής του νόμου και αποκατάστασης της «κανονικότητας».
Η αντίφαση δεν βρίσκεται μόνο στη ρητορική, αλλά και στη θεσμική λογική που τη συνοδεύει. Όταν η διαμαρτυρία εκδηλώνεται εκτός συνόρων, ερμηνεύεται ως αγώνας για δικαιώματα. Όταν όμως εκδηλώνεται εντός των ΗΠΑ, ειδικά όταν αμφισβητεί ομοσπονδιακές πολιτικές, μετατρέπεται σε ζήτημα ασφάλειας. Αυτή η διαφοροποίηση δεν περνά απαρατήρητη ούτε στο εσωτερικό της χώρας ούτε στη διεθνή κοινότητα.
Για την κυβέρνηση Τραμπ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της πολιτικής της στρατηγικής: την προσπάθεια να παρουσιαστεί ταυτόχρονα ως υπερασπιστής της δημοκρατίας διεθνώς και ως σκληρός εγγυητής της τάξης στο εσωτερικό. Όσο όμως οι εικόνες από ομοσπονδιακές επιχειρήσεις, ένοπλους πράκτορες και θανάσιμα περιστατικά κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο, αυτή η ισορροπία γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Η πολιτική φθορά δεν προκύπτει απαραίτητα από ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά από τη συσσώρευση αντιφάσεων. Η Μινεάπολη λειτουργεί ως εσωτερικός καθρέφτης της αμερικανικής εξουσίας, ενώ η Τεχεράνη ως εξωτερικό παράδειγμα των αξιών που η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι υπερασπίζεται. Όταν οι δύο εικόνες δεν ευθυγραμμίζονται, η αξιοπιστία της ηγεσίας τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Το ερώτημα δεν είναι αν αυτές οι κρίσεις θα οδηγήσουν άμεσα σε πολιτική κατάρρευση του Ντόναλντ Τραμπ. Το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να διατυπώσει μια συνεκτική αντίληψη για τη δημοκρατία, τα δικαιώματα και τη χρήση της κρατικής ισχύος — μια αντίληψη που να ισχύει τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Μέχρι στιγμής, οι εξελίξεις δείχνουν ότι αυτό παραμένει ανοιχτό και δύσκολο στοίχημα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τι είναι η ICE και ποιες εξουσίες έχουν οι πράκτορές της για να χρησιμοποιούν βία;
ΗΠΑ: Ο Μπάιντεν κατά της ICE για τη Μινεάπολη: «ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΗ»
PLUS


