Γράφει η Κατερίνα Φιτσιάλου
Κοινωνιολόγος-Ερευνήτρια MSc Κοινωνική & Πολιτική Θεωρία PhD (c) Πάντειο Πανεπιστήμιο/Τμήμα Κοινωνιολογίας
«Η αδικία που μένει ατιμώρητη απειλεί να γίνει νόμος.» Albert Camus
Το τραγικό συμβάν στο εργοστάσιο ΒΙΟΛΑΝΤΑ, με τον άδικο χαμό πέντε γυναικών εργαζομένων, δεν είναι απλώς μια ακόμη «είδηση» στον δημόσιο λόγο. Είναι μια ρωγμή στην κοινωνική μας συνείδηση. Είναι μια στιγμή που μας υποχρεώνει να σταθούμε απέναντι στην έννοια της εργασίας, της ευθύνης, της προστασίας και τελικά της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Πέντε γυναίκες. Πέντε εργαζόμενες. Πέντε πρόσωπα με ιστορίες, οικογένειες, όνειρα. Στον δημόσιο λόγο, ο αριθμός συχνά απορροφά το πρόσωπο. Όμως, όπως μας υπενθύμιζε η Hannah Arendt, «η ανθρώπινη ζωή είναι πάντα κάτι περισσότερο από μια βιολογική ύπαρξη· είναι η μοναδικότητα που εμφανίζεται στον κόσμο». Αυτή η μοναδικότητα χάθηκε βίαια. Και μαζί της, η αίσθηση ασφάλειας που οφείλει να εγγυάται κάθε σύγχρονη κοινωνία στους εργαζομένους της. Η εργασία, ήδη από τον Émile Durkheim, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μέσο επιβίωσης, αλλά ως θεμελιώδης θεσμός κοινωνικής συνοχής. Όταν όμως ο χώρος εργασίας μετατρέπεται σε χώρο θανάτου, τότε διαρρηγνύεται ο ίδιος ο κοινωνικός δεσμός. Η εμπιστοσύνη στον θεσμό, στην επιχείρηση, στο κράτος, στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η τραγωδία αυτή δεν αφορά μόνο μια εταιρεία· αφορά το σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργεί.
Ο Karl Marx είχε επισημάνει ότι «η εργασία δεν πρέπει να είναι απλώς μέσο ζωής, αλλά η πρώτη ζωτική ανάγκη». Τι συμβαίνει, όμως, όταν η εργασία παύει να είναι ζωτική ανάγκη και γίνεται θανατηφόρος κίνδυνος; Όταν η ανθρώπινη ασφάλεια υποτάσσεται — έστω και έμμεσα — σε λογικές κόστους, ταχύτητας, παραγωγικότητας; Η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία έχει οικοδομηθεί πάνω στην υπόσχεση της τεχνολογικής προόδου και της βελτίωσης των συνθηκών ζωής. Όμως κάθε εργατικό δυστύχημα μας υπενθυμίζει ότι η πρόοδος χωρίς ηθικό και θεσμικό έλεγχο μετατρέπεται σε ύβρη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το γεγονός ότι μιλάμε για εργαζόμενους ανθρώπους που βρέθηκαν στον χώρο όπου όφειλαν να είναι ασφαλείς. Η εργασία, σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, δεν μπορεί να εμπεριέχει τον κίνδυνο της απώλειας ζωής ως «ενδεχόμενο». Δεν είναι πεδίο δοκιμής αντοχών ούτε στατιστική πιθανότητα. Είναι θεσμικά κατοχυρωμένος χώρος προστασίας.Ο Max Weber είχε επισημάνει ότι το σύγχρονο κράτος θεμελιώνεται στην ορθολογική οργάνωση και στην ευθύνη των θεσμών. Όταν, όμως, η οργάνωση αποτυγχάνει και η πρόληψη υποχωρεί, τότε η τραγωδία δεν είναι «ατυχές γεγονός»· είναι ρήγμα στη θεσμική λογική. Και κάθε ρήγμα που κοστίζει ανθρώπινες ζωές δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συγκυρία.
Η κοινωνία που συνηθίζει τα εργατικά δυστυχήματα αρχίζει να κανονικοποιεί την απώλεια. Και η κανονικοποίηση της απώλειας είναι το πρώτο βήμα προς την ηθική παρακμή. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι να αναζητήσουμε εύκολες απαντήσεις ή πρόχειρους ενόχους. Είναι να αναρωτηθούμε συλλογικά: ποιο είναι το επίπεδο πρόληψης, ελέγχου και διαρκούς επιτήρησης στους χώρους εργασίας; Ποιος ελέγχει την εφαρμογή των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας; Πόσο επενδύουμε ως κοινωνία στην κουλτούρα πρόληψης; Ο Ulrich Beck, μιλώντας για την «κοινωνία του ρίσκου», τόνιζε ότι οι σύγχρονες κοινωνίες δεν απειλούνται μόνο από φυσικούς κινδύνους, αλλά από κινδύνους που οι ίδιες παράγουν.
Η βιομηχανική παραγωγή δημιουργεί πλούτο, αλλά ταυτόχρονα παράγει και ρίσκο. Το ερώτημα είναι ποιος το αναλαμβάνει και ποιος το πληρώνει. Σε στιγμές όπως αυτή, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα· είναι συνενοχή. Ο Albert Camus έγραφε ότι «η αδικία που μένει ατιμώρητη απειλεί να γίνει νόμος». Η διερεύνηση των αιτίων, η απόδοση ευθυνών όπου υπάρχουν, η ενίσχυση των θεσμικών μηχανισμών ελέγχου, δεν αποτελούν πράξεις εκδίκησης, αλλά πράξεις δημοκρατίας. Ως κοινωνιολόγος, δεν μπορώ να δω το γεγονός μόνο ως μεμονωμένο περιστατικό. Το βλέπω ως σύμπτωμα. Σύμπτωμα μιας κοινωνίας που συχνά συνηθίζει τον πόνο όταν δεν την αγγίζει άμεσα. Όμως η κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι αφηρημένη έννοια· είναι η έμπρακτη αναγνώριση ότι η ζωή του άλλου έχει ίση αξία με τη δική μας.
Οι πέντε γυναίκες που χάθηκαν δεν πρέπει να μείνουν ένας αριθμός σε μια στατιστική αναφορά. Η μνήμη τους οφείλει να μετατραπεί σε δέσμευση: για αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων, για ουσιαστικούς ελέγχους, για διαρκή εκπαίδευση, για μηδενική ανοχή στην αμέλεια. Γιατί, τελικά, ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν μετριέται από το ΑΕΠ της, αλλά από το πώς προστατεύει τους πιο ευάλωτους στους χώρους όπου περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους: στην εργασία. Αν κάτι οφείλουμε σήμερα, είναι να μετατρέψουμε τη θλίψη σε ευθύνη. Και την ευθύνη σε πράξη.
PLUS


