Ένα παιδί πέθανε γιατί φοβήθηκε ότι δεν θα “τα καταφέρει” στη ζωή

Ένα κορίτσι 17 ετών χάθηκε.
Και μόνο αυτή η πρόταση θα έπρεπε να αρκεί για να σωπάσουν όλοι.

Γιατί όταν ένα παιδί γράφει πριν φύγει από τη ζωή πως φοβάται ότι δεν θα πετύχει στις Πανελλήνιες, πως δεν θα μπορέσει να βρει μια δουλειά που να του εξασφαλίζει χρήματα και αξιοπρέπεια, τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά απλώς σε μια οικογενειακή τραγωδία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοινωνία που απέτυχε να πείσει τα παιδιά της ότι η ζωή αξίζει περισσότερο από την επίδοση.

Το πιο ανατριχιαστικό δεν είναι μόνο η απόγνωση ενός παιδιού. Είναι ότι αυτή η απόγνωση μοιάζει σήμερα σχεδόν «λογική» μέσα στον κόσμο που χτίσαμε.

Μεγαλώσαμε μέσα σε μια εποχή που έκανε το χρήμα κέντρο των πάντων. Η ανθρώπινη αξία άρχισε να μετριέται με μισθούς, τίτλους, πτυχία, επιτυχίες και κοινωνικό στάτους. Μάθαμε να πιστεύουμε ότι όποιος δεν «προχωρά», μένει πίσω. Και τελικά περάσαμε αυτή την αγωνία ακόμη και στα παιδιά μας.

Θυμάμαι τους μεγαλύτερους να μιλούν για το χρήμα όχι σαν σκοπό, αλλά σαν εργαλείο. Κάτι αναγκαίο για να ζεις, όχι λόγο για να υπάρχεις. Μου έλεγαν πως ο άνθρωπος που κυνηγά μόνο το κέρδος στο τέλος χάνει τον εαυτό του. Πως τα χρήματα που δεν αποκτήθηκαν με κόπο δεν έχουν πραγματική αξία. Πως δεν μπορείς να αισθάνεσαι «πλούσιος» όταν ο άνθρωπος δίπλα σου δυσκολεύεται να σταθεί όρθιος.

Σήμερα όμως μεγαλώνουμε παιδιά που βομβαρδίζονται από το ακριβώς αντίθετο μήνυμα.

Από πολύ μικρά μαθαίνουν ότι η επιβράβευση συνδέεται με την κατανάλωση.
«Αν είσαι καλός μαθητής θα πάρεις δώρο».
«Αν πετύχεις θα σου αγοράσουμε αυτό που θέλεις».
«Αν κάνεις αυτό που πρέπει, θα ανταμειφθείς».

Χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αντικαθιστούμε τη συναισθηματική σύνδεση με ανταλλάγματα. Η αγάπη αρχίζει να μοιάζει με επιβράβευση και όχι με αποδοχή. Και έτσι ένα παιδί σιγά-σιγά πείθεται ότι αξίζει μόνο όταν αποδίδει.

Κάπως έτσι οι Πανελλήνιες έπαψαν να είναι εξετάσεις. Μετατράπηκαν σε δικαστήριο αξίας. Σε έναν μηχανισμό που κάνει έναν έφηβο να πιστεύει ότι στα 17 του κρίνεται ολόκληρη η ζωή του.

Και το πιο τραγικό είναι ότι τα παιδιά κουβαλούν αυτό το βάρος μόνα τους.

Σε μια κοινωνία που μιλά διαρκώς για «ανάπτυξη» και «ευημερία», η κατάθλιψη έγινε η πιο συνηθισμένη σιωπηλή ασθένεια. Είμαστε πιο συνδεδεμένοι ψηφιακά από ποτέ και ταυτόχρονα πιο μόνοι από ποτέ. Πιο καταναλωτικοί από ποτέ και πιο άδειοι συναισθηματικά από ποτέ.

Δεν πεινάμε μόνο οικονομικά. Πεινάμε από ουσιαστική επαφή, αποδοχή, αγάπη και αίσθηση ότι αξίζουμε χωρίς όρους.

Πόσες φορές προσπαθήσαμε να καλύψουμε την απουσία μας με αγορές;
Πόσες φορές αντικαταστήσαμε μια αγκαλιά με ένα κινητό, ένα παιχνίδι ή ένα «μπράβο» μόνο όταν υπήρχε επιτυχία;

Και τελικά πόσα παιδιά μεγαλώνουν πιστεύοντας ότι αν δεν πετύχουν, αν δεν παράγουν, αν δεν γίνουν «κάτι μεγάλο», τότε δεν έχουν χώρο μέσα στον κόσμο;

Αυτό είναι το πραγματικά σοκαριστικό κομμάτι αυτής της ιστορίας.

Όχι μόνο ότι χάθηκε ένα παιδί.
Αλλά ότι ένα παιδί πίστεψε πως η ζωή του είχε μικρότερη αξία επειδή φοβήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που εμείς δημιουργήσαμε.

Ίσως ήρθε η στιγμή να μάθουμε ξανά κάτι που ξεχάσαμε:
κανένα παιδί δεν πρέπει να αισθάνεται ότι η ύπαρξή του εξαρτάται από έναν βαθμό, έναν μισθό ή μια επαγγελματική επιτυχία.

Γιατί η ζωή δεν μπορεί να κοστολογείται. Και η αγάπη δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους ανταλλάγματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Ηλιούπολη: Το χρονικό της ασύλληπτης τραγωδίας με τις δύο 17χρονες – Η κλειδωμένη ταράτσα, τα ακουστικά και το σημείωμα



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ