Υπάρχουν στιγμές που η ενήλικη ζωή φαντάζει σαν ένα βαρύ, γκρίζο δωμάτιο. Τότε είναι που η ανάγκη για απόδραση μας οδηγεί σε σκονισμένα συρτάρια, εκεί όπου φυλάσσονται οι πιο πολύτιμοι θησαυροί της μνήμης μας. Ανάμεσα σε ξεχασμένα αντικείμενα, ξεπροβάλλουν αυτά: τα παλιά, πλαστικά στρατιωτάκια. Και ξαφνικά, ο χρόνος γυρίζει πίσω.
Του Νίκου Βασιλειάδη
Δεν ήταν απλά παιχνίδια. Ήταν οι πρωταγωνιστές του δικού μας, προσωπικού 1821. Πάνω στο χαλί του σαλονιού, που μεταμορφωνόταν σε απόκρημνα βουνά και δάση, στήναμε τις δικές μας «επιχειρήσεις». Ταξιθετούσαμε τις σκηνές, οργανώναμε φανταστικές μάχες. Με μια παράξενη μουσική να αντηχεί στο μυαλό μας —ίσως απόηχος από σχολικές γιορτές ή ποιήματα που ξεχάσαμε— δίναμε πνοή στο πλαστικό.
Παρατηρώντας από ψηλά, σαν στρατηγοί, βλέπαμε τους Τσολιάδες μας να ορμούν με θάρρος. Σκηνοθετούσαμε την έξοδο του Μεσολογγίου ανάμεσα στους καναπέδες, ή τη ναυμαχία του Ναυαρίνου μέσα σε μια λεκάνη με νερό. Υποκρινόμασταν τους ήρωες, κάναμε τις φωνές τους, νιώθαμε την αγωνία και τον θρίαμβό τους.
Αυτές οι «ελκυστικές ζαβολιές» με την ιστορία δεν ήταν ασέβεια. Ήταν ο δικός μας τρόπος να κατανοήσουμε το μεγαλείο. Ζωγραφίζοντας με αόριστες πινελιές τη δική μας πραγματικότητα πάνω στο πάτωμα, αφήναμε τον εαυτό μας στην «αθανασία της στιγμής». Εκεί, δεν υπήρχε ο φόβος του θανάτου, παρά μόνο η δόξα της ελευθερίας.
«Δεν θέλω να μεγαλώσω», σκεφτόμαστε, βλέποντας τα σημερινά παιδιά απορροφημένα σε οθόνες. Γιατί εμείς, με εκείνα τα απλά στρατιωτάκια, μάθαμε να σκηνοθετούμε τον κόσμο όπως θα έπρεπε να είναι: ένας κόσμος όπου το δίκαιο νικά το άδικο, όπου οι λίγοι μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Σήμερα, καθώς αγγίζουμε ξανά αυτά τα φθαρμένα παιχνίδια, «διαβάλλουμε την αλήθεια των μεγάλων» που μας λέει ότι όλα είναι μάταια. Αυτά τα στρατιωτάκια μας θυμίζουν ότι η Επανάσταση δεν είναι μόνο στις σελίδες των βιβλίων, αλλά και στην καρδιά κάθε παιδιού που τολμά να ονειρεύεται. Και όσο μπορούμε να επιστρέφουμε σε εκείνο το χαλί, υπάρχει ελπίδα.
PLUS


