Κράτος-εισπράκτορας για τους πολλούς, κράτος-προστάτης για τους λίγους

Στην Ελλάδα, το τέλος κάθε χρόνου δεν σηματοδοτεί απλώς έναν ακόμα φορολογικό κύκλο. Είναι η κορύφωση ενός συστήματος που έχει οικοδομηθεί πάνω στη μόνιμη πίεση της εργασίας προς όφελος του κεφαλαίου. ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ, τέλη κυκλοφορίας, προκαταβολές φόρου, ασφαλιστικές εισφορές: ένα οργανωμένο σχέδιο αναγκαστικής άντλησης πόρων από τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ώστε να επιτευχθούν οι γνωστοί στόχοι — πρωτογενή πλεονάσματα, «δημοσιονομική αξιοπιστία», συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές επιταγές.

Το αφήγημα είναι γνώριμο: «δεν υπάρχουν λεφτά», «οι κανόνες είναι αυστηροί», «οι αγορές παρακολουθούν». Στην πραγματικότητα, τα λεφτά υπάρχουν — απλώς κατευθύνονται αλλού. Η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα καθεστώς μόνιμης λιτότητας, ακόμη κι όταν αυτή δεν ονομάζεται έτσι. Τα μνημόνια μπορεί να τελείωσαν τυπικά, αλλά η λογική τους έχει ενσωματωθεί πλήρως στη λειτουργία του κράτους.

Η επιστροφή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2024, έστω με «ευελιξία», σηματοδότησε το τέλος κάθε προσχήματος. Τα πρωτογενή πλεονάσματα επανέρχονται ως φετίχ. Όχι για να χρηματοδοτηθούν κοινωνικές ανάγκες, αλλά για να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του χρέους και η εμπιστοσύνη των αγορών. Το τίμημα είναι γνωστό: περιορισμένες δημόσιες δαπάνες, υποχρηματοδοτημένη υγεία, ιδιωτικοποιήσεις κοινωφελών οργανισμών, υποβάθμιση στην παιδεία, διάλυση της κοινωνικής κατοικίας.

Η φορολογία στην Ελλάδα παραμένει βαθιά ταξική. Ο ΦΠΑ —ένας από τους υψηλότερους στην Ευρώπη— πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλά εισοδήματα. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι φορολογούνται στην πηγή. Οι αυτοαπασχολούμενοι αντιμετωπίζονται συλλογικά ως ύποπτοι. Την ίδια στιγμή, το μεγάλο κεφάλαιο απολαμβάνει ειδικά καθεστώτα, αναπτυξιακούς νόμους, επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας».

Οι τράπεζες αποτελούν το πιο κραυγαλέο παράδειγμα. Διασώθηκαν επανειλημμένα με δημόσιο χρήμα, κοινωνικοποιώντας τις ζημιές τους. Πούλησαν κόκκινα δάνεια σε funds. Προχωρούν σε πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. Και όμως, εξακολουθούν να προστατεύονται ως «συστημικές». Για αυτές, το κράτος είναι πάντα παρόν. Για τους υπερχρεωμένους πολίτες, σπάνια.

Το Ταμείο Ανάκαμψης παρουσιάστηκε ως ιστορική ευκαιρία. Στην πράξη, λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής ανισοτήτων. Τα κονδύλια κατευθύνονται κυρίως σε μεγάλες επιχειρήσεις, ενεργειακούς ομίλους, κατασκευαστικά συμφέροντα. Οι εργαζόμενοι βλέπουν ελάχιστα οφέλη, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που συνοδεύουν τα κονδύλια —ελαστικοποίηση εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμός συλλογικών δικαιωμάτων— βαθαίνουν την επισφάλεια.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα δεν διαφέρει. Η λιτότητα δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Απλώς μεταμφιέστηκε. Η «δημοσιονομική υπευθυνότητα» λειτουργεί ως ιδεολογικό εργαλείο για να νομιμοποιήσει την αναδιανομή πλούτου προς τα πάνω. Τα κράτη καλούνται να περιορίσουν κοινωνικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα επιδοτούν επιχειρήσεις, εγγυώνται τις αγορές και στρέφουν το χρήμα στον πόλεμο και τα τα όπλα.

Το ελληνικό κράτος δεν είναι θύμα αυτής της αρχιτεκτονικής. Είναι ενεργός φορέας της. Εφαρμόζει με ζήλο πολιτικές που βαθαίνουν τις ανισότητες και μετατρέπει τη φορολογία σε μέσο πειθάρχησης της εργασίας. Οι πολίτες δεν αντιμετωπίζονται ως κοινωνία με δικαιώματα, αλλά ως δεξαμενή εσόδων.

Αυτό δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Είναι ταξική επιλογή. Και όσο παρουσιάζεται ως μονόδρομος, τόσο θα διαιωνίζεται η φτωχοποίηση, η ανασφάλεια και η αποξένωση από τη δημοκρατία. Γιατί ένα κράτος που απαιτεί διαρκώς θυσίες από τους πολλούς για να εγγυηθεί τα κέρδη των λίγων, δεν κυβερνά. Επιβάλλεται.

Και αυτό, όσο κι αν προσπαθεί να το κρύψει πίσω από αριθμούς και κανονισμούς των Βρυξελλών, είναι βαθιά πολιτικό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ 

Ο «χάρτης» των πληρωμών από e-ΕΦΚΑ και ΔΥΠΑ έως τις 2 Ιανουαρίου

Απόψε στις 20:00 ο πρωθυπουργός σε αποκλειστική τηλεοπτική συνέντευξη



ΣΧΕΤΙΚΑ

eXclusive

eTop

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ