Αν κάτι έχει γίνει πια ξεκάθαρο την τελευταία δεκαετία, είναι ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ουδέτεροι χώροι. Είναι πεδία μάχης. Από τις ρωσικές «φάρμες τρολ» που αποκαλύφθηκαν ήδη από το 2014, μέχρι τα σημερινά δίκτυα ψεύτικων λογαριασμών που ανακατεύονται στην πολιτική, η παραπληροφόρηση έχει γίνει δομικό κομμάτι της διαδικτυακής ζωής. Κι όμως, οι ίδιες οι πλατφόρμες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το φαινόμενο σαν μια ενόχληση — όχι σαν απειλή.
Το X (πρώην Twitter) είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Με την είσοδο του Έλον Μασκ, η πλατφόρμα άλλαξε ρότα: λογαριασμοί που είχαν αποκλειστεί για μίσος και ψέματα επανήλθαν, ενώ οι ομάδες που είχαν στηθεί για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης αποδεκατίστηκαν. Την ίδια στιγμή, ανεξάρτητοι έλεγχοι αποκάλυψαν δεκάδες φιλοτραμπικούς λογαριασμούς με ξεκάθαρα σημάδια μη αυθεντικής δραστηριότητας — αρκετοί με μπλε tick επαλήθευσης, λες και είχαν την έγκριση της ίδιας της πλατφόρμας.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί συμβαίνει αυτό. Το επιχειρηματικό μοντέλο των social στηρίζεται στην αλληλεπίδραση. Και λίγα φέρνουν περισσότερα κλικ από μια γερή δόση οργής. Οι αλγόριθμοι δεν ενδιαφέρονται αν το περιεχόμενο είναι αληθινό, χρήσιμο ή επικίνδυνο· ενδιαφέρονται μόνο αν «τραβάει». Όσο πιο πολύ τσακωνόμαστε, τόσο περισσότερο κερδίζουν.
Η νέα λειτουργία αποκάλυψης τοποθεσίας στο X ήταν το πιο πρόσφατο σύμπτωμα αυτής της λογικής. Ένα χαρακτηριστικό με τεράστιες συνέπειες για την ασφάλεια δημοσιογράφων, ακτιβιστών και απλών χρηστών, λανσαρίστηκε βιαστικά, μετά από πολιτική πίεση και δημόσιες εκκλήσεις. Το αποτέλεσμα; Λάθος τοποθεσίες, παραπλανητικά δεδομένα και μια εφαρμογή που περισσότερο εξέθετε παρά προστάτευε. Δημοσιογράφοι που εργάζονται σε χώρες με αυταρχικά καθεστώτα εμφανίστηκαν ως «βασισμένοι» σε περιοχές που θα μπορούσαν να τους θέσουν σε κίνδυνο. Πρόκειται για αμέλεια με πραγματικές, προσωπικές συνέπειες.
Και αν νομίζετε ότι η Meta —η εταιρεία πίσω από το Facebook και το Instagram— είναι καλύτερη, οι πρόσφατες δικαστικές αποκαλύψεις δείχνουν το αντίθετο. Εσωτερικά έγγραφα φανερώνουν ότι η εταιρεία είχε πολιτική που επέτρεπε έως και 16 παραβιάσεις σχετικές με σεξουαλική εκμετάλλευση πριν αναστείλει λογαριασμούς. Ακόμη χειρότερα, μελέτες που η ίδια η Meta διεξήγαγε έδειξαν ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ της χρήσης των πλατφορμών της και της επιδείνωσης της ψυχικής υγείας — άγχος, κατάθλιψη, κοινωνική σύγκριση. Κι όμως, οι λύσεις που προτάθηκαν δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, επειδή θα έπλητταν τους δείκτες ανάπτυξης.
Το μοτίβο είναι πια ξεκάθαρο. Τα social media δεν αποτυγχάνουν παρά τη δύναμή τους — αποτυγχάνουν εξαιτίας της δύναμής τους. Όσο οι πλατφόρμες βγάζουν χρήματα από την οργή και την πόλωση, δεν έχουν κανένα λόγο να αλλάξουν. Δεν πρόκειται να αυτορρυθμιστούν. Δεν πρόκειται να προστατεύσουν τους χρήστες. Το έχουν αποδείξει ξανά και ξανά.
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα δεν αρκούν πια ευχές για «καλύτερο έλεγχο περιεχομένου» ή εκκλήσεις για «περισσότερη διαφάνεια». Αυτά είναι ασπιρίνες όταν χρειάζεται χειρουργείο. Το μόνο που μπορεί πραγματικά να περιορίσει τη ζημιά είναι συστημική ρύθμιση: πραγματικοί κανόνες, υποχρεώσεις, λογοδοσία — όχι υποσχέσεις.
Μέχρι να γίνει αυτό, το τοπίο θα παραμένει το ίδιο: τα social media θα συνεχίσουν να ρίχνουν λάδι στη φωτιά, και εμείς θα συνεχίσουμε να ζούμε μέσα στις φλόγες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τέλος στη χρήση social media για παιδιά κάτω των 15 ετών στη Δανία – Το σχέδιο της κυβέρνησης
To 74% των Ελλήνων πέφτουν θύματα σε ψευδείς ειδήσεις μέσω social media
PLUS


